Παροιμιώδεις Φράσεις

Οι παροιμιακές (ή παροιμιώδεις) φράσεις είναι ένα είδος φράσεων που δεν έχει να κάνει με γνωμικά, αν και συγγενεύει με τις παροιμίες ως προς το λαϊκό ή αλληγορικό τους χαρακτήρα.
Πρόκειται για σύντομες φράσεις που δεν αποτελούν «διατύπωση κρίσης», δεν τις χρησιμοποιούμε δηλαδή για να διατυπώσουμε μια άποψη, αλλά για να κάνουμε ένα χαρακτηρισμό. 
Πάντως τα όρια με τις Παροιμίες είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα.

ΔΕΣ ΕΠΙΣΗΣΓνωστές φράσεις – Γιατί το λέμε έτσι

Ζωή
Ζωή και κότα.
Βίος και πολιτεία.


Θάνατος
Το αιώνιο σκοτάδι.
Πνέει τα λοίσθια.
Το είπε το ποίημα.
Τα τίναξε (τα πέταλα).
Βλέπει τα ραδίκια ανάποδα.


Προλήψεις
Χτύπα ξύλο.
Φτύσ’ τον κόρφο σου.
Κουνήσου απ’ τη θέση σου.
Κούφια η ώρα [που τ’ ακούει].




Κενό
Τενεκές ξεγάνωτος.
Αέρας κοπανιστός.


Χρόνος
Ο πανδαμάτωρ χρόνος.
Στη χάση και στη φέξη.
Κοντός ψαλμός αλληλούια.
Κάθε πέρυσι και καλύτερα.
Κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι.


Παρελθόν
Από τον καιρό του Νώε.


Παιδική Ηλικία
Εξ απαλών ονύχων.
Από τα γεννοφάσκια του.


Νεότητα
Είναι στα ντουζένια του.
Ακόμα το στόμα του γάλα μυρίζει.
Ακόμα δεν βγήκε απ’ τ’ αυγό [και πετά στον ουρανό].


Μήνες
Κι ο μήνας έχει εννιά.
Ο μήνας που τρέφει τους έντεκα.


Αναβλητικότητα
Του αγίου ποτέ.
Το παρέπεμψε στις ελληνικές καλένδες.


Καθυστέρηση
Έμεινε εκτός νυμφώνος.
Περσινά, ξινά σταφύλια.
Ήμουνα νιος και γέρασα.
Σαν το γιοφύρι της Άρτας.


Βιασύνη
Ή τώρα ή ποτέ.


Τέλος
Κύκνειο άσμα.
Τα έχει φτύσει.
Τέρμα τα δίφραγκα.
Μαζεύει υπογραφές.
Τα ‘χει φάει τα ψωμιά του.
Χάσκει ο κώλος να βγει η ψυχή του.
Από τα χτες στο σήμερα και πολύ κράτησε.


Σκοτάδι
Φέξε μου και γλίστρησα.
Τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι.


Άνεμος
Περί ανέμων και υδάτων.
Απ’ όπου φυσάει ο άνεμος.


Ήλιος
Ηλίου φαεινότερον.
Δεν έχει στον ήλιο μοίρα.


Μάτια
Γαρίδα το μάτι του.
Έτριβε τα μάτια του.
Βγάζουν τα μάτια τους.
Δεν μου γεμίζει το μάτι.
Έχει μάτια και στον κώλο.
Του ‘ριξε στάχτη στα μάτια.
Να ‘χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα.


Όνομα
Όνομα και πράγμα.
Πίνει νερό στ’ όνομά του.


Πεποιθήσεις
Μέχρι το μεδούλι.


Καταγωγή
Είναι από μεγάλο τζάκι.
Από πού κρατάει η σκούφια του.


Γέλιο & Χαμόγελο
Αυγά σου καθαρίζουν;
Το γέλιο του βγήκε ξινό.
Γελάνε και τ’ αυτιά του.
Γέλασε ο κάθε πικραμένος.
Έπεσε το γέλιο της αρκούδας.
Γέλασε το χείλι του το πικραμένο.


Μυρωδιές & Αρώματα
Δεν πήρε μυρωδιά.
Φρου-φρου κι αρώματα.
Ακόμα το στόμα του γάλα μυρίζει.
Το ένα του μυρίζει και τ’ άλλο του βρωμάει.


Εξωτερική Εμφάνιση
Στην τρίχα.
Πετσί και κόκαλο.
Μπουκιά και συχώριο.
Θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά.
Χέρι κάτασπρο κι αφράτο και ποδάρι αμυγδαλάτο.


Καθρέφτης
Έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη;


Υγεία
Γερός σαν το ρεπάνι.


Οπτικό πεδίο
Όπως με βλέπεις και σε βλέπω.
Δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του.


Τύχη & Πεπρωμένο
Έχει άστρο…
Έβγαλε λαγό.
Με παπά θα κοιμήθηκε.
Δεν έχει στον ήλιο μοίρα.
Έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας.
Ήταν της μοίρας μου γραφτό.
Αυτουνού γεννάνε και τα κοκόρια του.
Αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει.
Μεγάλη κωλοφαρδία / Είσαι κωλόφαρδος.


Ομοιότητα
Είναι φτυστός ο…
Τον έφτυσε στο στόμα.
Ταιριάξανε τα χνώτα μας.
Μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό.


Γυμνό
Όπως τον γέννησε η μάνα του.


Μαλλιά
Πόσο πάει το μαλλί;
Μάλλιασε η γλώσσα μου να τα λέω.
Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του.


Ικανοποίηση
Την έχω βρει.
Έβγαλε λαγό.
Ζωή και κότα.
Όλα μέλι-γάλα.
Χαράς ευαγγέλια.
Πες τα Χρυσόστομε!
Πασάς στα Γιάννενα.
Γελάνε και τ’ αυτιά του.
Πλέει σε πελάγη ευτυχίας.
Και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Μην το πεις ούτε του παπά.


Θαυμασμός
Έτριβε τα μάτια του.
Στάζει μέλι το στόμα του.
Και το κουκούτσι αμύγδαλο.


Κατάπληξη
Του ήρθε ταμπλάς.
Ως εκ θαύματος.
Του ήρθε κεραμίδα.
Έμεινε στήλη άλατος.
Έπαθα την πλάκα μου.
Έπεσε από τα σύννεφα.
Έλα Χριστέ και Παναγιά!


Έκπληξη
Βρε, σαν τα χιόνια…
Στα καλά καθούμενα.
Τον έπιασε στα πράσα.
Μίαν ωραίαν πρωίαν…
Ως δια μαγείας…
Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε.


Απογοήτευση
Βράσε ρύζι.
Χέσε μέσα.
Καλά κρασιά!
Φεσωθήκαμε.
Άνθρακες ο θησαυρός.
Του κόπηκαν τα φτερά.
Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.
Φέξε μου και γλίστρησα.
Πολύ κακό για το τίποτα.
Χαιρέτα μου τον πλάτανο.
Πάρ’ τ’ αυγό και κούρεβ’ το.
Έμεινε στα κρύα του λουτρού.
Του ‘κανε την καρδιά περιβόλι.


Άγχος & Στεναχώρια
Δεν τον χωράει ο τόπος.
Πέσαν έξω τα καράβια σου;
Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα.


Απόγνωση
Ζήτω που καήκαμε!
Κλάφ’ τα, Χαράλαμπε.


Κλάμα & Δάκρυα
Kορόμηλο το δάκρυ.
Τραβάτε με κι ας κλαίω.
Είμαστε να μας κλαίν’ οι ρέγκες.


Φόβος
Έχει κλάσει μαλλί.
Τα έκανε πάνω του.
Μούγγα στη στρούγκα.
Για να σφίξουν οι κώλοι.
Τον πήγε τρίτη - τετάρτη.
Δια τον φόβο των Ιουδαίων.
Τον έπιασε τεταρταίος πυρετός.
Το φοβάται όπως ο διάολος το λιβάνι.


Ενοχή
Σαν βρεγμένη γάτα.
Τον πήρα στο λαιμό μου.
Έχει λερωμένη τη φωλιά του.
Πήρε το κρίμα στο λαιμό του.
Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;
Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σου.


Ντροπή
Έχουμε γίνει ρόμπες.
Γίναμε ρεζίλι των σκυλιών.
Δεν έχω μούτρα να τον δω.
Ν’ άνοιγε η γη να με καταπιεί.
Έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια.


Αξιολόγηση
Δεν τον πιάνει το μάτι σου.
Να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι.


Αξία & Ικανότητα
Γαμάει και δέρνει.
Και την πορδή σου δύναμη.


Αθωότητα
Αθώα περιστερά.
Δεν είδε παπά κώλο.
Ως πρόβατον επί σφαγήν.
Δεν κατούρησα στο πηγάδι.


Ευφυΐα
Τα έχει τετρακόσια.
Έχει μυαλό ξουράφι.
Είναι γάτα με πέταλα.
Είναι σπίρτο καμινέτο.
Έχει μάτια και στον κώλο.
Πιάνει πουλιά στον αέρα.
Βουλωμένο γράμμα διαβάζει.
Εδώ πατάει κι αλλού βρίσκεται.


Θέληση & Δύναμη
Τρώει τα σίδερα.
Γροθιά στο μαχαίρι.
Έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα.


Υπευθυνότητα
Άλλου παπά ευαγγέλιο.
Έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά.
Δεν είναι άμοιρος ευθυνών.
Ποιος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα;


Προνοητικότητα
Δια τον φόβο των Ιουδαίων.
Να ‘χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα.


Υπομονή
Γαϊδουρινή υπομονή.


Πειθαρχία & Υπακοή
Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!


Αδράνεια & Τεμπελιά
Βαράει μύγες.
Ψειρίζει τη μαϊμού.
Λούφα και παραλλαγή.
Το έριξε στο σορολόπ.
Τα φόρτωσε στον κόκορα.
Έχει απλώσει την αρίδα του.


Πάθη & Αμαρτίες
Εξώλης και προώλης.


Άγνοια
Δεν πήρε μυρωδιά.
Έχει μαύρα μεσάνυχτα.
Του φαίνονται κινέζικα.
Δε μύρισα τα νύχια μου.
Δεν μύρισα τα δάχτυλά μου.
Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.
Ακόμα δεν ξέρει από πού κατουράει η κότα.


Ματαιοδοξία
Είναι μεγάλο ψώνιο.
Καβάλησε το καλάμι.
Πήρε ψηλά τον αμανέ.
Πήραν τα μυαλά του αέρα.
Έπιασε τον παπά απ’ τ’ αρχiδi@.


Καυχησιολογία
Πουλάει μούρη.
Προς το θεαθήναι.
Καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι.


Βλακεία
Δεν του κόβει.
Μας κούφανες.
Κοιμάται όρθιος.
Δεν σκαμπάζει γρυ.
Πτωχός τω πνεύματι.
Ό,τι θυμάται χαίρεται.
Χρωστάει της Μιχαλούς.
Η μαλακία πάει σύννεφο.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του.
Είναι λίγο «είναι τα ζώα μου αργά».


Αδυναμία
Αχίλλειος πτέρνα.
Είναι έξω από τα νερά του.


Αναποτελεσματικότητα
Τα έκανε ρόιδο.
Τα έκανε θάλασσα.
Τα κάναμε μούσκεμα.
Την κάτσαμε τη βάρκα.
Τα ‘χουμε κάνει μαντάρα.
Έκανε μια τρύπα στο νερό.
Τα πιάσαμε τα λεφτά μας.


Ανικανότητα
Δεν ξέρει πού παν τα τέσσερα.
Πνίγεται σε μια κουταλιά νερό.
Στη θάλασσα να τον στείλεις, νερό δεν θα βρει.


Αχαριστία
Τρέφει φίδι στον κόρφο του.


Πλεονεξία
Πήρε τη μερίδα του λέοντος.
Μονά-ζυγά, δικά του τα θέλει.
Αν του δώσεις ένα δάχτυλο, θα σου αρπάξει ολόκληρο το χέρι.


Φιλαργυρία
Αυγά και μη πουλιά.
Δεν δίνει στον Άγιο του κερί.


Ισχυρογνωμοσύνη
Σκάει γάιδαρο.
Έχει μουλαρώσει.
Τα έχει στυλώσει.


Δύσκολοι χαρακτήρες
Βαρύ πεπόνι.
Μη μου άπτου.
Βαρύς κι ασήκωτος.
Κέρατο βερνικωμένο.
Βρήκε το διάολό του.
Βράζει με το ζουμί του.
Του έκανε το βίο αβίωτο.
Στριμμένο άντερο.
Του ‘ψησε το ψάρι στα χείλη.
Δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του.
Δεν τον αφήνει σε χλωρό κλαρί.


Απάθεια
Σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι.


Αυτοκαταστροφή
Κακό του κεφαλιού του.
Θα το φάει το κεφάλι του.


Παράνοια & Τρέλα
Έχει σαλτάρει.
Τράβα κορδέλα.
Την έχει ψωνίσει.
Είναι για δέσιμο.
Του ‘στριψε η βίδα.
Τρελός παπάς σε βάφτισε.


Δειλία
Παλικάρι της φακής.
Φοβάται και τη σκιά του.
Έκανε τουμπεκί (ψιλοκομμένο.)


Μικροπρέπεια
Γλείφει τα τσανάκια.


Θρασύτητα
Έχει μακριά γλώσσα.
Ζητάει και τα ρέστα.
Πήραν τα μυαλά του αέρα.


Υποκρισία
Κάνει την πάπια.
Κάνει τον Κινέζο.
Είναι μεγάλη σουπιά.
Είναι σιγανοπαπαδιά.
Κάνει τον ψόφιο κοριό.
Τραβάτε με κι ας κλαίω.
Κάνει τη λευκή περιστερά.


Αδιαφορία
Πέρα βρέχει.
Μας έχει γειώσει.
Ξέφραγο αμπέλι.
Δεν τρέχει κάστανο.
Κι ο μήνας έχει εννιά.
Άσ’ τον να κουρεύεται.
Δεν του καίγεται καρφί.
Μπαινάκης-Βγαινάκης.
Δεν ιδρώνει το αυτί του.
Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.
Θα μας κάνει τα τρία δύο.
Έβαλε το καπελάκι του στραβά.
Θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει.
Δεν θα χαλάσω τη ζαχαρένια μου.
Σκασίλα μου και σκορδοκαΐλα μου.
Δε μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη.
Τα γράφει εκεί που δεν πιάνει μελάνι.
Τα γράφει στα παλιά του τα παπούτσια.
Aπό το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει.
Στα σέα μας, στα μέα μας και στα βυζαντινά μας.


Ανοχή
Δώσε τόπο στην οργή.
Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.
Μπόρα είναι, θα περάσει.
Έφτασε ο κόμπος στο χτένι.


Απαξίωση
Καμένο χαρτί.
Τζάμπα μάγκας.
Τενεκές ξεγάνωτος.
Του γλυκού νερού.
Δεν έχει το Θεό του.
Ψώνισε από σβέρκο.
Κλάνει ο πεθαμένος;
Κάθε καρυδιάς καρύδι.
Ο έτερος Καππαδόκης.
Δεν μου γεμίζει το μάτι.
Είναι παιδί για υιοθεσία.
Βόιδι πήγε, γελάδα γύρισε.
Παρ’ τον έναν και χτύπα τον άλλον.
Έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη;
Μεγάλο φέσι / φόλα / πίπα (για ταινία κυρίως)
Δεν τον φτάνει ούτε στο μικρό του το δαχτυλάκι.


Αποδραματοποίηση
Σιγά τον πολυέλαιο.
Σπουδαία τα λάχανα!
Σταγόνα στον ωκεανό.
Πολύ κακό για το τίποτα.
Παραβιάζει ανοικτάς θύρας.


Σκληρότητα
Σκληρό καρύδι.
Δε χαρίζει κάστανα.
Σφάζει με το βαμβάκι.
Έκανε πέτρα την καρδιά του.


Ενόχληση
Άνω ποταμών.
Αρμένικη βίζιτα.
Έχω καραφλιάσει.
Έχει μακριά γλώσσα.
Βρήκε το διάολό του.
Μου την έχει σπάσει.
Μου έπρηξε το συκώτι.
Έγινε τσάμικος ταμπάκος.
Μου κάθισε στο σβέρκο.
Του χάλασε τη μανέστρα.
Μας έχει ζαλίσει τον έρωτα.
Του ‘κανε τη ζωή ποδήλατο.
Μου κάθισε στο στομάχι.


Αποστροφή
Μετά βδελυγμίας.
Βρόμα και δυσωδία.
Δεν τον πάω καθόλου.
Το ένα του μυρίζει και τ’ άλλο του βρωμάει.


Αχρειότητα
Φίδι κολοβό.
Οχιά διμούτσουνη.
Τι ψυχή θα παραδώσεις;
Γάιδαρος ξεκαπίστρωτος!
Του σκοινιού και του παλουκιού.
Ο καλύτερος έχει σκοτώσει τη μάνα του.
Η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα.
Αν του δώσεις ένα δάχτυλο, θα σου αρπάξει ολόκληρο το χέρι.


Πονηριά
Διαόλου κάλτσα.
Παίζει σε διπλό ταμπλό.
Σε πουλάει και σ’ αγοράζει.
Ρίχνει άδεια να πιάσει γεμάτα.
Πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι.


Απειλή
Μυρίζει μπαρούτι.
Δαμόκλειος σπάθη.
Το κουτί της Πανδώρας.
Μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.
Του ‘βαλε το μαχαίρι στο λαιμό.
Θα τον πάρει και θα τον σηκώσει.
Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σου.
Θα σου μάθω πόσα απίδια βάνει ο σάκος.
Τώρα θα μάθεις πώς το τρίβουν το πιπέρι.


Εμπαιγμός
Σπάνε πλάκα.
Τον πήραν στο ψιλό.
Τον δουλεύει ψιλό γαζί.


Καχυποψία
Τον έζωσαν τα φίδια.
Τον βλέπει με μισό μάτι.
Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.
Αλλού να τα πουλάς αυτά.
Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά.


Περιφρόνηση
Σιγά τ’ αυγά.
Ποιος τον χέζει; / Τον έχει χεσμένο.
Δεν πα να ‘σαι και η Μάγια Μελάγια.


Άρνηση
Πάτησε πόδι.
Ποτέ των ποτών.
Του έκοψε το βήχα.
Να μένει το βύσσινο.
Ως εδώ και μη παρέκει.
Θα πάρει τα τέτοια μου.
Θα πάρει τον τρίτο τον μακρύτερο.


Απόρριψη
Έμεινε στα αζήτητα.
Έμεινε εκτός νυμφώνος.
Κολοκύθια με τη ρίγανη!
Του κώλου τα εννιάμερα.
Εγώ αυτά τ’ ακούω βερεσέ.
Πήρε τον πούλο.
Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι.
Τον πέταξε σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι.
Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αγέρα στα πανιά σου.


Ευπιστία
Δεν τρώμε άχερα.
Κούνια που σε κούναγε!
Μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…


Εξαπάτηση
Τάτσι-Μήτσι-Κώτσι.
Τα κάνανε πλακάκια.
Μας πιάσανε τον κώλο.
Εις υγείαν του κορόιδου.
Πλανάται πλάνην οικτράν.
Του ‘ριξε στάχτη στα μάτια.
Του ‘ταξε λαγούς με πετραχήλια.


Επιτηδειότητα
Καλιγώνει ψύλλο.
Είναι στα μέσα και στα έξω.
Όποια πέτρα να σηκώσεις από κάτω θα τον βρεις.


Δικαιολογίες
Σούξου μούξου [μανταλάκια].


Παράπονα
Δεν κατούρησα στο πηγάδι.
Τα παράπονά σου στο δήμαρχο.


Υπερβολές
Άκρον άωτον.
Αέρα πατέρα.
Κάνει την τρίχα τριχιά.
Ή του ύψους ή του βάθους.
[Τρεις] και το λουρί της μάνας.
Τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα.


Θυμός
Έγινε Τούρκος.
Πνέει τα μένεα.
Πήρε ανάποδες.
Εν βρασμώ ψυχής.
Έγινε πυρ και μανία.
Κατεβάζει καντήλια.
Την έχει κάνει λαχείο.
Δώσε τόπο στην οργή.
Δώσε τόπο στην οργή.
Άστραψε και βρόντηξε.
Βγήκε απ’ τα ρούχα του.
Τα έχει πάρει στο κρανίο.
Ανάψαν τα λαμπάκια του.
Να σου χέσω το γάιδαρο.
Το φυσάει και δεν κρυώνει.
Τα είπε έξω από τα δόντια.
Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.


Εκδίκηση
Το φύλαξε μανιάτικο.
Τον περιμένει στη γωνία.


Τιμωρία
Εις το πυρ το εξώτερον.
Ήθελές τα και παθές τα.


Μετάνοια
Είπα, ξείπα.
Ανέκρουσε πρύμναν.
Το γέλιο του βγήκε ξινό.


Φυγή
Ώχετο απιών.
Έγινε Λούης!
Έκοψε λάσπη.
Έγινε καπνός.
Πέταξε το πουλί.
Όπου φύγει φύγει.
Από κει παν κι οι άλλοι.
Έκοψε ρόδα μυρωμένα.
Μου άδειασε τη γωνιά.
Άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Έριξε μαύρη πέτρα πίσω του.
Και μην τον είδατε τον Παναγή.
Την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια.


Αγάπη & Έρωτας
Πονάει το δοντάκι.
Έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα.


Σεξ
Το πάει το γράμμα.
Το έπνιξε το κουνέλι.
Βγάζουν τα μάτια τους.
Την κουνάει την αχλαδιά.


Συναντήσεις
Βιζαβί κι απεναντίας.
Παρουσιάστηκε σαν το Φάντη μπαστούνι.
Ανάθεμα την ώρα και το κακό συναπάντημα.
Η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα.


Συναναστροφές
Είναι κώλος και βρακί.
Πάνε φούστα-μπλούζα.
Ταιριάξανε τα χνώτα μας.
Φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί.


Ευγένεια
Μιλάει με το «σεις» και με το «σας».


Χαιρετισμοί
Βρε, σαν τα χιόνια…
Χαιρέτα μου τον πλάτανο.


Υπόληψη
Τον έχει περί πολλού.
Πίνει νερό στ’ όνομά του.
Τον έβγαλε ασπροπρόσωπο.
Τον έχω κορώνα στο κεφάλι μου.


Κουτσομπολιό
Ράδιο αρβύλα.
Οι κακές γλώσσες λένε…


Ομιλία
Πες τα Χρυσόστομε!
Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια.
[Δεν] Μασάει τα λόγια του.
Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.
Στόμα έχει και μιλιά δεν έχει.
Τα έλεγε με χέρια και με πόδια.
Μάλλιασε η γλώσσα μου να τα λέω.


Φλυαρία
Γλιστρίδα έφαγε.
Περί ανέμων και υδάτων.
Πάει το στόμα της ροδάνι.


Ακρόαση
Έτεινε ευήκοον ους.
Κρέμεται από τα χείλη του.
Aπό το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει.


Σιωπή
Ήπιε το αμίλητο νερό.
Μούγγα στη στρούγκα.
Κατάπιε τη γλώσσα του.
Έκανε τουμπεκί (ψιλοκομμένο.)
Η σιωπή μου προς απάντησίν σου.


Απόκρυψη
Κρύβε λόγια.
Όνομα και μη χωριό.
Μην το πεις ούτε του παπά.
Τα κουκουλώνει σαν τη γάτα.
Τα σκουπίδια κάτω από το χαλί.


Μυστικά
Κεκλεισμένων των θυρών.


Ασυνεννοησία
Πουλάει τρέλα.
Διάλογος κωφών.
Συνεννόηση μπουζούκι.
Και δυο αυγά Τουρκίας.
Τρία πουλάκια κάθονταν.
Άρες μάρες κουκουνάρες.
Άρτζι μπούρτζι και λουλάς.
Τι σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο;
Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα και πασαλιμανιώτικα.


Συγχώρεση
Νερό κι αλάτι.
Περασμένα, ξεχασμένα.


Δώρα
Δώρον άδωρον.


Συμβιβασμός
Μπήκε στο λούκι.
Έβαλε νερό στο κρασί του.
Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!


Υποτέλεια
Χαλί να με πατήσει.
Του κάνει τεμενάδες.
Φίλησε κατουρημένες ποδιές.


Προστασία
Ως κόρην οφθαλμού.
Υπό την αιγίδα.
Έχει μπάρμπα στην Κορώνη.
Τον έχει μη στάξει και μη βρέξει.


Προδοσία
Εξ οικείων τα βέλη.
Του τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια.


Συγκρούσεις
Του έβαλε πόστα.
Τον έκανε τελατίνι.
Μυρίζει μπαρούτι.
Ομηρικοί καυγάδες.
Επί ποδός πολέμου.
Το μήλον της έριδος.
Τον πάει καλαμποκάνι.
Ρίχνει λάδι στη φωτιά.
Ακονίζουν τα μαχαίρια.
Τον κακό σου τον φλάρο.
Έγιναν μαλλιά κουβάρια.
Του ‘ψαλε τον εξάψαλμο.
Θα τον χορέψω στο ταψί.
Του έσουρε τα εξ αμάξης.
Μαλώνουν σαν τα κοκόρια.
Θα φάμε τα μουστάκια μας.
Ξύνει τα νύχια του για καβγά.
Του έψαλε τον αναβαλλόμενο.
Γίνανε από δυο χωριά χωριάτες.
Ο καβγάς ήταν για το πάπλωμα.
Δεν τον αφήνει σε χλωρό κλαρί.
Τον πέρασε γενεές δεκατέσσερις.
Μαλώνουνε σαν τις κακές συννυφάδες.
Έχει απλωμένο το ζωνάρι του για καβγά.


Εχθροί
Σαν το σκύλο με τη γάτα.


Μοναξιά
Έμεινε στο ράφι.
Τρεις κι ο κούκος.
Εξορία του Αδάμ.
Έμεινα μπουκάλα.


Φασαρία
Ανάστα ο Κύριος.
Έγινε το μάλε βράσε.
Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος.
Σκηνές απείρου κάλλους.
Έγινε το «έλα να δεις».
Πάνω στην τούρλα του Σαββάτου.
Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.


Διαφορετικότητα
Η μέρα με τη νύχτα.
Απ' όλα έχει ο μπαξές.
Είναι από άλλο ανέκδοτο.
Σαν τη μύγα μες στο γάλα.
Τον πέταξε σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι.


Αδικία
Και κερατάς και δαρμένος…


Θύματα
Ως πρόβατον επί σφαγήν.
Πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.


Τάξη
Καθάρισε τον κόπρο του Αυγείου.
Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.


Δημοκρατία
Προς άγραν ψήφων.


Αντίσταση
Βάστα Ρόμελ!
Βγήκε στο κλαρί.
Κόκκινη γραμμή.
Γροθιά στο μαχαίρι.
Κατέβηκε στο πεζοδρόμιο.
Δεν μπορεί να τον κάνει ζάφτι.
Σήκωσε [το δικό του] μπαϊράκι.
Κάνω το δικηγόρο του διαβόλου.


Βία
Ήρξατο χειρών αδίκων.
Είδε το Χριστό φαντάρο.
Τον έκανε του αλατιού.
Είδε τον ουρανό σφοντύλι.
Την έφαγε στο Δόξα Πατρί.
Πού σε πονεί και πού σε σφάζει.
Έγινε η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου.


Πλήθος
Πατείς με πατώ σε.
Πατείς με πατώ σε.
Δεν έπεφτε καρφίτσα.
Όλες οι φυλές του Ισραήλ.
Θα βγάλουμε κορέους.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.


Επικοινωνία
Βρήκε το σφυγμό του.
Είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος.
Από χείλη σε χείλη το μαθαίνουνε χίλιοι.


Γλώσσα
Οι κακές γλώσσες λένε…
Η γλώσσα του πάει ροδάνι.


Γνώση
Της γης τ’ αυτί.
Μετά λόγου γνώσεως.
Επί παντός επιστητού.


Χορός
Και ο χορός καλά κρατεί.
Θα τον χορέψω στο ταψί.
Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.


Εύλογο Συμπέρασμα
Ο νοών νοείτω.
Ηλίου φαεινότερον.
Στο κάτω-κάτω της γραφής.
Δύο και δύο κάνουν τέσσερα.
Τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια;


Μυθολογία
Καλό το παραμύθι σου αλλά δεν έχει μέσα δράκο.


Αλήθεια & Ψέμα
Πράσινα άλογα.
Πουλάει τρέλα.
[Δεν] Μασάει τα λόγια του.
Πόσα θες να μας τρελάνεις;
Λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.


Ερωτήσεις
Δεν ήξερες, δεν ρώταγες;
Ρίχνει άδεια να πιάσει γεμάτα.


Συμφέρον
Βάστα Ρόμελ!
Ο καβγάς ήταν για το πάπλωμα.


Κίνητρα
Πετάει τη σκούφια του.
Ποια μύγα σε τσίμπησε;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.


Όρια
Κόκκινη γραμμή.
Διέβη τον Ρουβίκωνα.
Ως εδώ και μη παρέκει.
Υπερβαίνει τα εσκαμμένα.
Μέχρι τελευταίας ρανίδας.
Το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο.
Έφτασε ο κόμπος στο χτένι.


Επιθυμίες
Εκών άκων.
Απ’ το στόμα σου και στού Θεού τ’ αυτί.


Επιλογές
Δρόμος χωρίς επιστροφή.


Εναλλακτικές λύσεις
Παίζει σε διπλό ταμπλό.
Και με τον χωροφύλαξ και με τον αστφύλαξ.


Ποιότητα
Κάνει παπάδες.


Σιγουριά
Κρατάει πισινή.
Κάθισε στα αβγά σου.
Έδεσε το γάιδαρό του.
Μην πατάς σε σάπιο σανίδι.
Πάνε δυο-δυο, σαν τους Χιώτες.
Όπως με βλέπεις και σε βλέπω.
Να δούμε πού θα κάτσει η μπίλια.


Υποσχέσεις
Λέει παχιά λόγια.
Του ‘ταξε λαγούς με πετραχήλια.


Εμμονή
Αυτός το βιολί του.
Αυτός το χαβά του.
Και ο χορός καλά κρατεί.
Το ‘χει βάλει αμέτι μουχαμέτι.
Το γουδί το γουδοχέρι [και τον κόπανο στο χέρι]


Προσαρμογή
Όπου γης και πατρίς.
Προκρούστειος κλίνη.
Τύπος και υπογραμμός.
Απ’ όπου φυσάει ο άνεμος.


Ματαιοπονία
Πίθος των Δαναΐδων.
Ψάχνει ψύλλους στ’ άχυρα.
Ψάχνει γωνίες σε δεκάρικα.
Να τετραγωνίσουμε τον κύκλο.


Παραίτηση
Να το πάρει το ποτάμι.
Σήκωσε τα χέρια ψηλά.
Ας πάει και το παλιάμπελο.
Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει.


Αρχή
Αρχίσανε τα όργανα.


Ολοκλήρωση
Έλαβε σάρκα και οστά.
…και έξω απ’ την πόρτα.
Το κερασάκι στην τούρτα.
Μέχρι τελευταίας ρανίδας.
Κλότσησε την καρδάρα με το γάλα.
Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα.


Αναζήτηση
Ψαρεύει σε θολά νερά.
Ψάχνει ψύλλους στ’ άχυρα.


Ταχύτητα
Στο άψε σβήσε.
Στο πίτς φυτίλι.
Στο πι και φι.
Αυθωρεί και παραχρήμα.
Ώσπου να πεις κύμινο…


Ορμητικότητα
Φόρα παρτίδα.
Είναι στην πρίζα.
Έμπαινε Γιούτσο!
Τα πήρε όλα σβάρνα.
Εν τω άμα και το θάμα.
Δεν ορρωδεί προ ουδενός.
Ως ταύρος εν υαλοπωλείω.


Προσπάθεια & Κόπος
Per mare per terra.
Κίνησε γη και ουρανό.


Εμπειρία
Παθός και μαθός.
Εξ απαλών ονύχων.
Πήρε το βάπτισμα του πυρός.
Έχει περάσει από σαράντα κύματα.


Αλλαγή
Μια ζέστη μια κρύο.


Αποκαλύψεις
Τον πήρε πρέφα.
Το έκανε βούκινο.
Να το πάρει το ποτάμι.
Με το νι και με το σίγμα.
Τα είπε χαρτί και καλαμάρι.


Ετοιμότητα
Ή τώρα ή ποτέ.
Είναι στην τσίτα.
Επί ποδός πολέμου.
Με το όπλο παρά πόδα.


Πολυπραγμοσύνη
Εδώ πατάει κι αλλού βρίσκεται.
Όποια πέτρα να σηκώσεις από κάτω θα τον βρεις.


Ευκαιρίες
Μάννα εξ ουρανού.
Βάλτε τώρα που γυρίζει!
Δώσε και μένα μπάρμπα!
Ιδού δόξης στάδιον λαμπρόν.
Χτύπησε φλέβα χρυσού.
Ό,τι πάρει η νύφη στην καβάλα.
Γιούρια στον ταβλά με τα κουλούρια.


Ενθουσιασμός
Ψυχή τε και σώματι.
Πετάει τη σκούφια του.
Εν χορδαίς και οργάνοις.


Προθυμία
Λόγω, έργω και διανοία.


Διευθέτηση
Μπήκε το νερό στ’ αυλάκι.
Ως δια μαγείας…
Ως από μηχανής θεός…


Δυνατότητες
Δεν είναι για τα δόντια του.
Δεν είναι για τα μούτρα του.


Μέσα & Μέθοδοι
Έβαλε βύσμα.
Per mare per terra.
Φίλησε κατουρημένες ποδιές.


Εμπόδια & Δυσκολίες
Έχω χτικιάσει.
Μεγάλο λούκι.
Έχω φτύσει αίμα.
Παθός και μαθός.
Του ‘κανε χουνέρι.
Δια πυρός και σιδήρου.
Δεν είναι παίξε-γέλασε.
Την κάναμε από κούπες.
Με την ψυχή στο στόμα.
Τα κομβία της Αλέξαινας.
Άνοιξε ο ασκός του Αιόλου.
Φωτιά στα μπατζάκια μας.
Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει.
Μεταξύ σφύρας και άκμονος.
Πήρε το βάπτισμα του πυρός.
Έπεσε στο λάκκο των λεόντων.
Θα πει το δεσπότη Παναγιώτη.
Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Βρέθηκε στο λάκκο με τα φίδια.
Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του.
Τη μία Πάσχα και την άλλη χάσκα.
Έχει περάσει από σαράντα κύματα.
Έπεσε στο λάκκο με τα κωλοδάκτυλα.


Ευκολία
Αβρόχοις ποσίν.
Του ήρθε κουτί.
Μασημένη τροφή.
Βρεγμένο θέλει το παξιμάδι.
Παραβιάζει ανοικτάς θύρας.
Το κάνει [το ξέρει] κι η κουτσή Μαρία.


Βάσανα
Δεν είδε άσπρη μέρα.
Από μικρός στα βάσανα.
Δεν είδε Θεού πρόσωπο.
Εις τα καλά καθούμενα ηύραμεν το μπελά μας.


Προβλήματα
Καινά δαιμόνια.
Γόρδιος δεσμός.


Επιδείνωση
Απ’ τη φωτιά στα κάρβουνα.
Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη.


Παγίδες
Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.


Ρίσκο
Επί ξυρού ακμής.
Το πάει φιρί-φιρί.
Ρώσικη ρουλέτα.
Σε τεντωμένο σχοινί.
Σε τρώει ο κώλος σου.
Έχω απλωμένο τραχανά.
Έβαλε το κεφάλι του στον ντορβά.
Τα θέλει και σένα ο κωλαράκος σου.


Κίνδυνος
Κρέμεται από μια κλωστή.
Ούτε ψύλλος στον κόρφο του.
Είδε το χάρο με τα μάτια του.
Γλύτωσε από το στόμα του λύκου.


Διαπραγματεύσεις
Μιλημένα, ξηγημένα.


Διαφωνία
Τα είπε έξω από τα δόντια.


Πειθώ
Τον έκανα Άγιο.
Του ‘βαλε το μαχαίρι στο λαιμό.
… και θα πει κι ένα τραγούδι.


Εργασία
Μεροδούλι μεροφάι.


Χειραγώγηση
Τον σέρνει από τη μύτη.
Τον τραβάει απ’ το καπίστρι.


Γραφειοκρατία
Από τον Άννα στον Καϊάφα.


Χρήμα & Πλουτισμός
Χρήμα με ουρά.
Δεν ξέρει τι έχει.
Έχει τον καιρό του.
Το φυσάει [το παραδάκι].


Αφθονία
…και των γονέων
Της Παναγιάς τα μάτια.
Τρέχει από τα μπατζάκια του.
Να φάνε κι οι κότες.
…και του πουλιού το γάλα.
Τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα.


Κόστος & Τιμή
Πόσο πάει το μαλλί;
Αντί πινακίου φακής.
Κόστισε ο κούκος αηδόνι.
Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;
Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του.


Κέρδος
Ίσια βάρκα ίσια νερά.
Βγάζει απ’ τη μύγα ξύγκι.


Μετρήσεις
Κουκιά μετρημένα.
Άλλα μέτρα και άλλα σταθμά.
Μέτρα μηλιά μ’ τα μήλα σου.


Χρέη
Χρωστάει της Μιχαλούς.


Διαφθορά
Γιούρια στον ταβλά με τα κουλούρια.


Παιχνίδια
Παίζει εν ου παικτοίς.


Φαΐ
Την έκανα ταράτσα.
Έφαγε τον αγλέουρα.
Έφαγε τον περίδρομο.
Έφαγε το καταπέτασμα.
Να γλείφεις τα δάχτυλά σου.
Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει.


Αλκοόλ
Έγινε φέσι.
Έγινε πίτα.
Στουπί στο μεθύσι.


Ύπνος
Κοιμάται σαν αρνάκι.
Εις τας αγκάλας του Μορφέως.
Μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…
Αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει.


Νοικοκυροσύνη
Καθάρισε τον κόπρο του Αυγείου.


Αίτιο & Αποτέλεσμα
Για ψύλλου πήδημα.
Άνευ αποχρώντος λόγου.


Απουσία
Παρών-απών.
Άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι.
Έλαμψε δια της απουσίας του.
Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε.


Υπερίσχυση
Έσκισε τη γάτα.
Τον έκανε σκόνη.
Τον έφαγε λάχανο.
Του πήρε τον αέρα.
Τον ρίχνει στ’ αυτιά.
Του ‘βαλε τα γυαλιά.
Του άλλαξε τα φώτα.
Τον κόλλησε στον τοίχο.
Τον έστυψε σαν λεμόνι.
Είναι καβάλα στ’ άλογο.
Τους πήρε τις ταυτότητες.
Τους πήρε και τα σώβρακα.
Πήρε τη μερίδα του λέοντος.
Τον έκανε με τα κρεμμυδάκια.
Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι.


Φήμη & Δόξα
Ιδού δόξης στάδιον λαμπρόν.
Τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων.
Τον υποδέχτηκαν μετά φανών και λαμπάδων.


Απώλεια
Πέταξε το πουλί.
Δεν έμεινε ποδάρι.
Τι είχαμε τι χάσαμε.
Έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια.


Ισορροπία
Σε τεντωμένο σχοινί.
Μια στο καρφί και μια στο πέταλο.


Σύγχυση
Τρικυμία εν κρανίω.
Τρία πουλάκια κάθονταν.
Μπλέξαμε τα μπούτια μας.
Έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια.
Όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε.


Αταξία
Φύρδην μίγδην.
Ξέφραγο αμπέλι.
Έγινε μύλος.
Της πουτάνας το κάγκελο.
Ανακατωμένος ο ερχόμενος.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.


Κατάντια
Τα κώλα εν τη ερήμω.
Από δήμαρχος, κλητήρας.
Είμαστε να μας κλαίν’ οι ρέγκες.
Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά κι απ’ τα πολλά στα λίγα.


Κούραση
Τα έχει παίξει.
Τα έχει φτύσει.
Βάρεσε μπιέλα.


Φτώχεια
Πανί με πανί.
Δεν υπάρχει σάλιο.
Κρυώνει σαν γύφτος.
Ταπί και ψύχραιμος.
Ζει με το φακόσπυρο.
Επί ξύλου κρεμάμενος.
Βρακί δεν είχε να φορέσει.
Έμεινε [πέθανε] στην ψάθα.
Περίοδος ισχνών αγελάδων.
'Εμεινε στους πέντε δρόμους.
Τσακίζει ο ποντικός του μύτη του.


Καταστροφή
Δεν έμεινε ρουθούνι.
Τα έκανε γης Μαδιάμ.
Το έκανε κεραμιδαριό.
Τα έκανε γυαλιά καρφιά.
Έγινε στάχτη και πούλβερη.


Ερημιά
Κρανίου τόπος.
Τα κώλα εν τη ερήμω.
Ούτε πουλί πετάμενο.


Πείνα
Πεινάει σα λύκος.
Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι.
Παίζει η κοιλιά του ταμπουρά.
Βρομάει το χνώτο του απ’ την πείνα.


Σκύλοι
Σαν το σκύλο με τη γάτα.
Γίναμε ρεζίλι των σκυλιών.
Πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα.


Γάτες
Όσο πατάει η γάτα.
Είναι γάτα με πέταλα.
Και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Τα κουκουλώνει σαν τη γάτα.
Θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει.


Άλογα
Πράσινα άλογα.
Είναι καβάλα στ’ άλογο.


Γαϊδούρια
Σκάει γάιδαρο.
Έδεσε το γάιδαρό του.
Να σου χέσω το γάιδαρο.
Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!


Πουλιά
Αυγά και μη πουλιά.
Πιάνει πουλιά στον αέρα.


Φίδια
Φίδι κολοβό.
Οχιά διμούτσουνη.
Τον έζωσαν τα φίδια.
Μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.
Τρέφει φίδι στον κόρφο του.
Βρέθηκε στο λάκκο με τα φίδια.
Ποιος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα;


/www.gnomikologikon.gr/


Γνωστές φράσεις – Γιατί το λέμε έτσι

Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε.Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα. Οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν ανάλογα με τις εποχές, ταυτόχρονα όμως, εύκολα διαπιστώνει κανείς, πως στην πραγματικότητα μοιραζόμαστε διαχρονικά τα ίδια πάθη, φόβους, ανησυχίες και ελπίδες.


ΧΤΥΠΑ ΞΥΛΟ
«Απτεσθαι ξύλου», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Λόγω της πεποίθησης τους πως στα δένδρα κατοικούσαν νύμφες (Δρυάδες/Αμαδρυάδες) χτύπαγαν το ξύλο του κορμού των δένδρων για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων. Αυτή η συνήθεια συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, όταν ακούμε κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μας συμβεί…

ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ, ΙΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, προέρχεται από τον μύθο του Αισώπου, «Ανήρ κομπαστής», και χρησιμοποιείται για όσους καυχιούνται για κάτι και το υποστηρίζουν, αλλά αδυνατούν να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας αθλητής που βρισκόταν στην Αθήνα καυχιόνταν συνέχεια ότι σε αγώνες στην Ρόδο είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άλμα. Καθώς δεν τον πίστευε κανείς, αυτός έλεγε στους Αθηναίους να πάνε στη Ρόδο και να ρωτήσουν τους θεατές των αγώνων. Τότε ένας Αθηναίος πήγε στο σκάμμα, και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη «Ρόδος». Κατόπιν γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα», το οποίο έχει μείνει ως «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Το προφανές νόημα είναι ότι ο καθένας έχει οποτεδήποτε την δυνατότητα να αποδείξει τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται η επίκληση μυθικών προγόνων, κατορθωμάτων κτλ.

ΜΗ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΑΡΑΤΤΕ
Όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τις Συρακούσες το 212 π.Χ., μετά από τριετή αντίσταση των Ελλήνων, κάποιοι Ρωμαίοι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι του Αρχιμήδη, και τον βρήκαν να σχεδιάζει κύκλους στο έδαφος. Ο Αρχιμήδης τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τελειώσει τη λύση κάποιου σπουδαίου προβλήματος που τον απασχολούσε, εξού και οι κύκλοι στο έδαφος. Για αυτό και τους είπε το γνωστό «μη μου τους κύκλους τάραττε». Ο Ρωμαίος στρατιώτης όμως δυστυχώς και τους κύκλους του χάλασε, και τον Αρχιμήδη σκότωσε…!!!! Η φράση όμως έμεινε…

ΚΟΡΑΚΙΑΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΨΑ.


Φράση που προέρχεται από έναν αρχαιοελληνικό μύθο. Σύμφωνα με αυτόν, σε κάποια μικρή ορεινή πόλη της αρχαίας Ελλάδας, οι κάτοικοι αποφάσισαν κάποτε να κάνουν μια θυσία στο θεό Απόλλωνα. Το νερό όμως που θεωρούσαν ιερό και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες , βρίσκονταν ανάμεσα σε δύσβατα φαράγγια. Έπρεπε λοιπόν για αυτή τη σημαντική θυσία να στείλουν κάποιον σε αυτή τη δύσκολη και ανηφορική διαδρομή, για να φέρει το «ιερό» νερό. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή από ένα δέντρο εκεί κοντά. Ήταν η φωνή ενός κόρακα ο οποίος προσφερόταν να αναλάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παρά την έκπληξη που ένιωσαν οι κάτοικοι ακούγοντας τη φωνή του κόρακα, αποφάσισαν να του αναθέσουν την αποστολή, μιας και με τα φτερά του θα έφτανε γρήγορα και εύκολα στην πηγή που έτρεχε το «ιερό» αυτό νερό. Έδωσαν λοιπόν, οι άνθρωποι στον κόρακα μια μικρή υδρία, αυτός την άρπαξε με τα νύχια του και πέταξε στον ουρανό με κατεύθυνση την πηγή. Ο κόρακας έφτασε γρήγορα στην πηγή. Πλάι της αντίκρισε μια συκιά γεμάτη σύκα, και λιχούδης καθώς ήταν άρχισε να δοκιμάζει μερικά σύκα. Τα σύκα όμως ήταν άγουρα, και ο κόρακας αποφάσισε να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν, ξεχνώντας όμως την αποστολή που είχε αναλάβει για λογαριασμό των ανθρώπων. Περίμενε τελικά δύο ολόκληρες μέρες ώσπου τα σύκα ωρίμασαν. Έφαγε πολλά μέχρι που κάποια στιγμή θυμήθηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε έρθει στην πηγή. Άρχισε να σκέφτεται λοιπόν, πώς θα δικαιολογούσε την αργοπορία του στους κατοίκους της πόλης. Τελικά γέμισε με νερό τη μικρή υδρία, άρπαξε με το ράμφος του ένα μεγάλο φίδι το οποίο διέκρινε να κινείται κοντά στους θάμνους και πέταξε για την πόλη.
Όταν ο κόρακας έφτασε στην πόλη, οι κάτοικοι θέλησαν να μάθουν το λόγο για τον οποίο άργησε να επιστρέψει με το νερό από την πηγή. Ο κόρακας αφού άφησε κάτω την υδρία και το φίδι, και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φίδι ρουφούσε το νερό από την πηγή, με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να ξεραίνεται. Έπειτα τους είπε πως όταν το φίδι αποκοιμήθηκε, αυτός γέμισε την υδρία με το νερό και γράπωσε και το φίδι για να το παρουσιάσει στους κατοίκους. Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και σκότωσαν το φίδι χτυπώντας το με πέτρες και ξύλα.
Όμως, το φίδι αυτό ήταν του θεού Απόλλωνα, και ο θεός του φωτός οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον κόρακα για το ψέμα του. Έτσι από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από κάποια πηγή, αυτή στέρευε. Κράτησε πολύ καιρό το μαρτύριο αυτό της δίψας του κόρακα, μέχρι που ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και τον έκανε αστέρι στον ουρανό. Από τότε, όταν κάποιος διψούσε πολύ, έλεγε τη φράση « Κοράκιασα από τη δίψα ». Και αυτή η φράση έχει παραμείνει ως τις μέρες μας.

Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ
Αρχαία ελληνική έκφραση, (Αλωπεκίζειν προς ετέρα αλώπεκα). Παροιμία που λεγόταν για τους απατεώνες και μάλιστα σε περιπτώσεις που κάποιος εξ αυτών, επιχειρούσε να εξαπατήσει άλλον απατεώνα.

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΔΑΝΑΟΥΣ ΚΑΙ ΔΩΡΑ ΦΕΡΟΝΤΑΣ
Φράση που χρησιμοποιείται για να υποδείξει δολιότητα. Κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου, O Λαοκόων ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα, προειδοποίησε τους συμπατριώτες του Τρώες, (μάταια) να μη δεχθούν το δώρο που πρόσφεραν οι Έλληνες -οι Δαναοί- στους Τρώες, όταν υποτίθεται ότι αποφάσισαν να τερματίσουν την πολιορκία τους. To προκείμενο δώρο ήταν, εννοείται, ο Δούρειος ίππος. Δώρο που αποδείχθηκε θανάσιμο και καταστροφικό για τους Τρώες, και την αγαπημένη τους πόλη, την Τροία.
ΚΑΒΑΛΗΣΕ ΤΟ ΚΑΛΑΜΙ
Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).

ΣΕ ΤΡΩΕΙ Η ΜΥΤΗ ΣΟΥ, ΞΥΛΟ ΘΑ ΦΑΣ
Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των Θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρώει το χέρι μου χρήματα θα πάρω», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διέλυσε το συμβούλιο.- Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία. Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».

ΠΡΑΣΣΕΙΝ ΑΛΟΓΑ
Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λεει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: « Τί είναι αυτά που μου λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα».Το «πράσσειν άλογα» λοιπόν, δεν είναι πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση.Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογο» που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό «λόγος» που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο το παράλογο, δηλαδή ,Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα.

ΕΝΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΔΕ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Σ’ έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ’ ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ’ ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».

ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΙΑ ΔΑΚΡΥΑ
Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται και βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κάποιο παιδάκι και τρέχουν να το βοηθήσουν… Ο κροκόδειλος τότε επιτίθεται ξαφνικά και σκοτώνει το θύμα του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος, οι Έλληνες όμως έμαθαν για αυτόν από τους Φοίνικες εμπόρους, που τους γέμιζε με τρόμο και θαυμασμό για την δύναμη και την πανουργία του κροκόδειλου . Έτσι λοιπόν, παρόλο που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι’ αυτούς που ψευτόκλαινε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

ΑΡΕΣ ΜΑΡΕΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΕΣ
Η Έκφραση προέρχεται από αρχαίες Ελληνικές κατάρες. Στον ενικό η λέξη είναι Κατάρα Κατ-άρα Με την πάροδο των χρόνων για λόγους καθαρά εύηχους και μόνο προσετέθη και το «Μ». Δηλαδή: Κατ-άρα-μάρα. Και έτσι στη νεότερη ελληνική έγινε -αρα-μάρα, άρες μάρες, έβαλαν και την «κούφια» ομοιοκατάληκτη λέξη κουκουνάρες (κούφια δεν είναι τα κουκουνάρια;)και δημιουργήθηκε αυτή η καινούρια φράση! την λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ακούσαμε κάτι χωρίς νόημα και χωρίς ουσία!

ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΚΑΚΟ
Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε για πρώτη φορά σ’ ένα στίχο του Μένανδρου (342-291 π.Χ.),που μιλάει για το γάμο. Ο ποιητής γράφει ότι ο γάμος «…εάν τις την Αλήθειαν σκοπή, κακόν μεν εστίν, άλλ’ αναγκαίον κακόν». Δηλαδή: Εάν θέλουμε να το εξετάσουμε στο φως της αλήθειας, ο γάμος είναι μεν ένα κακό, αλλά «αναγκαίον κακόν». Σ’ ένα άλλο απόσπασμα του Μένανδρου διαβάζουμε -ίσως για παρηγοριά για τα παραπάνω- την εξής περικοπή: «Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστίν». Επίσης: «αθάνατον εστί κακόν αναγκαίον γυνή». Δηλαδή, η γυναίκα είναι το αιώνιο αναγκαίο κακό.

ΚΑΤΑ ΦΩΝΗ ΚΙ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ
Στην αρχαιότητα , όταν ένας γάιδαρος φώναζε πριν αρχίσει μια μάχη, νόμιζαν ότι οι θεοί τους προειδοποιούσαν για τη νίκη. Κάποτε ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι. Τότε αποφάσισε ν’ αναβάλει για μερικές μέρες την επίθεση, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου από το στρατόπεδο του. – Κατά φωνή κι ο γάιδαρος! έκανε ενθουσιασμένος ο Φωκίωνας. Και διέταξε ν’ αρχίσει η επίθεση, με την οποία νίκησε τους Μακεδόνες. Από τότε ο λόγος έμεινε, και τον λέμε συχνά, όταν βλέπουμε ξαφνικά κάποιο φίλο μας, που δεν τον περιμέναμε.

ΔΕΝ ΙΔΡΩΝΕΙ Τ’ ΑΥΤΙ ΤΟΥ
Την φράση αυτή την χρωστάμε στον πατέρα της Ιατρικής τον Ασκληπιό. Όταν κάποια νεαρή τον ρώτησε, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να κάνει τον νεαρό που της άρεσε να την αγαπήσει, αυτός απάντησε : «Να τον κλείσεις σ’ ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, την συμβούλευσε, και αν ιδρώσουν τ αφτιά του, θα σ αγαπήσει. Αν δεν ιδρώσουν, μην παιδεύεσαι άδικα». Από την περίεργη αυτή συμβουλή του Ασκληπιού, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «δεν ιδρώνει τ’ αυτί του», που τη λέμε συνήθως, για τους αναίσθητους και αδιάφορους.

ΔΙΝΩ ΤΟΠΟ ΣΤΗΝ ΟΡΓΗ.
Δώσε τόπο της οργής», φράση που την βρίσκουμε στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (718): «είκε θυμώ και μετάστασιν δίδου». Αυτά τα λόγια λεει ο Αίμωνας στον πατέρα του τον Κρέοντα , που επιμένει να τιμωρήσει την Αντιγόνη, γιατί δεν υπάκουσε στη διαταγή του και έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη. «Είκε» σημαίνει υποχώρησε, «θυμώ και» αντί «και θυμώ μετάοτασιν δίδου» , δηλαδή, και άλλαξε γνώμη, δηλαδή, δώσε τόπο στην οργή. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου (847) λεει η θεά Αθηνά στο Χορό (των Ευμενίδων): «οργάς ξυνοίσω σοι γεραιτέρα γαρ ει». Η λ έξη οργή έχει και τη σημασία: διάθεσης, των αισθημάτων, όπως κι εδώ «θα δώσω τόπο στην οργή», θα υποχωρήσω και θα ανεχθώ τις διαθέσεις σου (ξυνοίσω που σημαίνει συνοίσω , μέλλων του συμφέρω, εδώ ανέχομαι, συγχωρώ, υπομένω), γιατί είσαι γεροντότερη (Ευριπ. Ελ. 80, Απόσπ. 31) «οργή είκειν» κ.ά.

ΚΑΛΛΙΟ ΑΡΓΑ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ
Όταν ο Σωκράτης, σε περασμένη πια ηλικία αποφάσισε να μάθει κιθάρα, τον πείραξαν οι φίλοι του, λέγοντας του: «Γέρων ών κίθαριν μανθάνεις;…». Κι ο Σωκράτης τότε απάντησε: «Κάλλιον οψιμαθής ή αμαθής (παραμένειν)».

ΤΟΥ ΠΗΡΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ..
Η έκφραση αυτή έχει παραμείνει από την αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα από τις ναυμαχίες που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες. Οποίος μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα τον αέρα μπορούσε να κινηθεί πιο γρήγορα άρα και να νικήσει. Έτσι οποίος έπαιρνε τον αέρα ήταν και ο νικητής.

ΑΕΡΑ!
Στην αρχαία Ελλάδα, όταν άρχιζε κάποια μάχη, οι πολεμιστές έπεφταν πάνω στον αντίπαλό τους, φωνάζοντας «αλαλά», λέξη που δεν είχε κανένα νόημα, αλλά ήταν απλώς πολεμική κραυγή. Απ’ αυτό, ωστόσο, βγήκε η λέξη «αλαλάζω» και η αρχαία φράση «ήλόλαζον την νίκην». Ο αλαλαγμός χρησιμοποιήθηκε και στους νεότερους πολέμους, τόσο για εμψύχωση των πολεμιστών, ιδίως στις εφόδους, όσο και σαν επωδός της νίκης, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «Αλαλά» με τη λέξη «Aέρα». Αλλά ποιο ήταν πάλι το γεγονός εκείνο που έκανε τη λέξη «Αέρα» να επικρατήσει σαν πολεμική κραυγή;Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων (1912-13), οι οβίδες του εχθρού, που χτυπούσαν εναντίον των οχυρωματικών θέσεων του στρατού μας, δεν έφερναν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα, εκτός από το δυνατό αέρα, που δημιουργούσαν ολόγυρα οι εκρήξεις. Σε κάθε τέτοια, λοιπόν, αποτυχημένη βολή, οι Έλληνες στρατιώτες -προπαντός όμως οι θρυλικοί Τσολιάδες- φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα!», θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκδηλώσουν τη χαρά τους για την εχθρική αποτυχία (ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων). Η λέξη, όμως, «Αέρα» έγινε ένα πραγματικό σύμβολο κατά τον πόλεμο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

ΤΑ ΤΣΟΥΞΑΜΕ
Στην αρχαιότητα, υπήρχαν πολλές γυναίκες, που έπιναν πολύ κρασί, ανακατεύοντας το ποτό τους με μια ειδική σκόνη, που έκανε το κρασί να γίνεται πιο πικάντικο. Απ’ αυτό βγήκε και η φράση «τα τσούξαμε».

ΕΣ ΑΥΡΙΟΝ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ
Αυτή η παροιμιακή φράση είναι του Πλουτάρχου, από το βίο του Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Πελοπίδα. Ανήκει στον Θηβαίο στρατηγό Αρχία (4ος αι. π.Χ.), φίλο των Σπαρτιατών, όταν σε ένα συμπόσιο κάποιος του πήγε ένα γράμμα, που περιείχε την πληροφορία ότι κινδύνευε από τους δημοκρατικούς και τον Πελοπίδα που είχε επιστρέψει στη Θήβα από την Αθήνα κρυφά. Βρισκόμαστε στο 379 π.Χ. Ο Αρχίας, πάνω στο γλέντι και μέσα στη χαρά του, πάνω στη μέθη της δύναμής του και της εξουσίας, αμέλησε να το ανοίξει. Αντί να ανοίξει την επιστολή και να τη διαβάσει, την έβαλε στην άκρη λέγοντας «εις αύριον τα σπουδαία», δηλαδή αύριο θα διαβάσω τα σημαντικά πράγματα που περιέχει αυτή η επιστολή. Αυτό ήταν και το λάθος του. Σε λίγο δολοφονήθηκε και αυτός και οι φίλοι του.

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ
Με την φράση «από μηχανής θεός» χαρακτηρίζουμε ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, που με την απροσδόκητη εμφάνισή του, δίνει μια λύση ή μια νέα εξέλιξη σε περίπτωση αμηχανίας ή διλήμματος. Η καταγωγή της έκφρασης αυτής, ανάγεται στην αρχαία ελληνική δραματική ποίηση και ειδικότερα στην τραγωδία. Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις ο τραγικός ποιητής οδηγούσε σταδιακά την εξέλιξη του μύθου σ’ ένα σημείο αδιεξόδου, με αποτέλεσμα η εξεύρεση μιας λύσης να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Τότε, προκειμένου το θεατρικό έργο να φτάσει σε ένα τέλος, συνέβαινε το εξής: εισαγόταν στο μύθο ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο και το έργο μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί ομαλά. Η έκφραση «ο από μηχανής θεός» καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της «μηχανής», δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά, ή καμιά φορά από καταπακτή, εάν επρόκειτο για θεό του Άδη . Ουσιαστικά, δηλαδή, πρόκειται για μια περίπτωση επιφάνειας (θεϊκής δηλαδή εμφάνισης στους θνητούς), που συνέβαινε στο τέλος μιας τραγωδίας, διευκολύνοντας τον τραγικό ποιητή να δώσει μια φυσική λύση στο μύθο του έργου του.

ΤΑ ΣΠΑΣΑΜΕ
Οι αρχαίοι Κρήτες την παραμονή του γάμου τους, συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ τραγουδούσαν και χόρευαν, τα έσπαζαν ένα ένα. Η συνήθεια αυτή με τον καιρό, γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα. Από αυτή την συνήθεια βγήκε η φράση «τα σπάσαμε» που τη λέμε μετά από κάθε διασκέδαση.

ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΥΓΑ
Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, κάτι που δεν ήταν εύκολο, καθώς τα νύχια των σκλάβων, ήταν μεγάλα και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν.Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρωει τα νύχια του για καβγά».

ΓΙΑ ΨΥΛΛΟΥ ΠΗΔΗΜΑ
Από τον πρώτο αιώνα η επικοινωνία των Ρωμαίων με τον ασιατικό κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή πληθώρας γελοίων και εξευτελιστικών δεισιδαιμονιών, που κατέκλυσαν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας. Εκείνοι που φοβόντουσαν το μάτιασμα, κατάφευγαν στις μάγισσες, για να τους ξορκίσουν μ’ ένα πολύ περίεργο τρόπο: Οι μάγισσες αυτές είχαν μερικούς γυμνασμένους ψύλλους, που πηδούσαν γύρω από ένα πιάτο με νερό. Αν ο ψύλλος έπεφτε μέσα και πνιγόταν, τότε αυτός που τον μάτιασε ήταν εχθρός. Αν συνέβαινε το αντίθετο -αν δεν πνιγόταν δηλαδή-τότε το μάτιασμα ήταν από φίλο, πράγμα που θα περνούσε γρήγορα. Κάποτε μια μάγισσα υπέδειξε σ’ έναν πελάτη της ένα τέτοιο εχθρό με τ’ όνομα του. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή «βεντέτα» ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: «Για ψύλλου πήδημα».

ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ
Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους. Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία, σημασία, σε αγνοώ