Πρωτόπειρες αρχαιολογικές έρευνες στον Πειραιά.


Το αρχικό κτήριο του Μουσείου Πειραά ΦΩΤ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
                          
Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά την απελευθέρωσή της, η Ελλάδα ξεκίνησε να οργανώνεται σαν κράτος με καινούργιους νόμους, γόνιμη διοικητική, επαγγελματική, στρατιωτική, θρησκευτική, κοινωνική, εκπαιδευτική, αθλητική και πολιτιστική ζωή, με έντονο ενδιαφέρον στην κλασική έρευνα και αρχαιολογία. Τα βήματα σ’ όλους τους τομείς υπήρξαν δειλά και ασταθή. Οι επιστημονικές γνώσεις ήταν περιορισμένες και τα μέσα ατελή και ανεπαρκή.

Η έλλειψη πείρας, η άγνοια, οι συνθήκες ίσως, έφεραν πολλές φορές απογοητευτικά αποτελέσματα στις ανασκαφές, εκεί που βεβαιωμένα υπήρχαν άφθονα λείψανα για να αποκαλυφθούν.
Η αναζήτηση άλλωστε μόνο εμφανών χειροπιαστών αρχαίων τεκμηρίων της κλασικής περιόδου (γλυπτά, επιγραφές, αγγεία, θεμέλια) στένευαν τον ορίζοντα δράσης. Διαταράχτηκαν έτσι με το
σκάψιμο σημαντικές αρχαίες θέσεις αφαιρώντας την ευκαιρία ανακάλυψης ευρημάτων παλαιότερων εποχών που θα έδιναν εξ ίσου σπουδαίες πληροφορίες.

Η γρήγορη ανάπτυξη του Πειραιά, η επέκταση δηλαδή των σύγχρονων οδών και κτιρίων σε έρημα εδάφη της παλαιάς, εντός των τειχών πόλης, έκανε τη μελέτη των καταλοίπων δύσκολη και επικίνδυνη. Ο ελάχιστος διαθέσιμος χρόνος, τα ακόμη λιγότερα χρήματα, η άρνηση των ιδιοκτητών των λεγόμενων γηπέδων (οικοπέδων) να επιτρέψουν την ανασκαφή και σχεδίαση, η γραφειοκρατία του δήμου και του κράτους, οι βροχές του χειμώνα, στάθηκαν εμπόδια ικανά να χαθεί τότε η μοναδική ευκαιρία αναγνώρισης της ρυμοτομίας του αρχαίου Πειραιά.

Ερείπιο ναού «δωρικής τάξεως».

Στα Πρακτικά της Ε΄ γενικής συνεδρίασης της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας που έγινε στις 25.5.1841 στα ερείπια του Παρθενώνα (!) διαβάζουμε χαρακτηριστικά:  …Δυτικά του λιμένα της Μουνυχίας (του Πασά Λιμανιού) βρίσκεται πάνω στο λόφο που κατέχει τη θέση του δήμου της Μουνυχίας, ερείπιο ναού «δωρικής τάξεως» (δωρικού ρυθμού), γύρω από τα οποία εικάζεται ότι είναι εκείνα του ναού της Μουνυχίας  Αρτέμιδος…άλλο δε αξιόλογο οικοδόμημα δεν ανέφεραν οι αρχαίοι σε αυτή τη θέση..
Στα ερείπια η Εταιρία ενήργησε ανασκαφές με την ελπίδα να βρει ίσως το αρχαίο έδαφος του ναού και κάποια περισσότερα λείψανα των στηλών του, και να ευτυχίσει να τον ανεγείρει ξανά. Αλλά οι προσπάθειές της απέβησαν μάταιες και αφού εξακολούθησε όσο μπορούσε τις ανασκαφές χωρίς να βρει κάτι αξιόλογο, παραιτήθηκε από αυτή την εργασία σαν μη αποτελεσματική «και έστρεψε την προσοχήν της προς σπουδαιότερα».
Η ανασκαφή δεν είναι σίγουρο ότι ταυτίζεται με τον αληθινό χώρο του ιερού της Αρτέμιδος στο Μικρολίμανο. Οι περιγραφές ήταν αόριστες και χωρίς να έχουν αποτυπωθεί σε σχέδιο.
Λιμήν Μουνυχίας ή Πασά λιμάνι ή Στρατιωτική λεγόταν ο σημερινός λιμένας Ζέας (Κανάρη, Πασαλιμάνι). Μέχρι να ξεδιαλύνουν τα πράγματα οι σοφοί, το Μικρολίμανο (Τουρκολίμανο για τον κόσμο) λεγόταν λιμάνι Φαλήρου, Φαληρέας, Φανάρι αλλά και λιμάνι Μουνυχίας. Τα ερείπια λοιπόν μάλλον θα έχουν εξαφανιστεί.

«Ανασκαφή μικρά εγένετο εν Πειραιεί».

Συνεδρία της 18.6.1872, ημέρα Κυριακή. «Ανασκαφή μικρά εγένετο εν Πειραιεί».
Το περασμένο φθινόπωρο η δημαρχία Πειραιά καθώς ισοπέδωνε την οδό Σαχτούρη βρήκε στο πιο ψηλό μέρος της κάποια υπόγεια δεξαμενή με πηγάδι, κοιλώματα (σύριγγες) και λίγα κομμάτια Δωρικής αρχιτεκτονικής, καταχωμένα κάπου εκεί, μια στρώση με μεγάλες πέτρες που ανηφόριζε ήρεμα και μερικές επιγραφές. Μια από αυτές μάλιστα τράβηξε την περιέργεια πολλών, επειδή ήταν μέρος ενός καταλόγου με τραγωδίες και κωμωδίες των Αττικών ποιητών.
Εφ’ όσον από πάρα πολύ κοντά προς τα δυτικά φαίνονταν επιφανειακές γραμμές θεμελίων λίθων, που υποδήλωναν την ύπαρξη δημόσιου κτιρίου, που θα είχε σχέση με την αναφερόμενη στρώση, κρίθηκε σωστό από το συμβούλιο της Εταιρίας να εξακολουθήσει με δαπάνη της το έργο που ξεκίνησε ο δήμος, όπως κι έγινε.

Καθαρίστηκε η δεξαμενή, αλλά όχι εντελώς το πηγάδι και τα κοιλώματα εξ αιτίας άλλων δυσκολιών μα και από τις πολλές βροχές που έπεσαν τότε.
Το χάσμα της ανασκαφής έπρεπε να καλυφθεί για να φτιαχτεί ο δρόμος.
Έγινε λοιπόν κάτι πρωτοποριακό για την εποχή που συνηθίζεται σήμερα, κατασκευάστηκε ένας θόλος (σκέπασμα) πάνω από την κάθοδο για να εξεταστούν «και άλλοτε ποτέ ακριβέστερον τα εκεί» ενώ οι θεμέλιες γραμμές ερευνήθηκαν μέτρια.

Η δαπάνη έφτασε στις 273,23 δραχμές. Δε βρέθηκε η συμπλήρωση της επιγραφής του δραματικού καταλόγου, φάνηκαν όμως κι άλλα αρχαία γλυπτά και ενεπίγραφα τεμάχια όχι ανάξια λόγου.
Προχωρώντας τα έργα του δήμου προς την οδό Σωκράτους (έτσι λεγόταν αρχικά η Λεωφόρος  Ιωάννη Χατζηκυριακού σαν προέκταση της άλλης γνωστής μας σημερινής οδού με το όνομα Ηρώων Πολυτεχνείου) βρέθηκε επιγραφή «περί συνδρομών εις κατασκευήν θεάτρου εν Πειραιεί» κι ένα ψήφισμα προς τιμή κάποιου επισήμου κατά τους χρόνους του Αράτου.

«Τα ανευρεθέντα μετεκόμισεν επιμελώς η δημαρχία Πειραιώς εις το εν τη σχολή των Ιωνιδών δημοτικόν Μουσείον της, δια να είναι προσιτά εις πάντας τους φιλαρχαίους».
Την ίδια χρονιά (1871-1872) στον κατάλογο αυτών που κατέβαλαν τις συνδρομές τους στην Εταιρία, συμπεριλαμβάνονται οι παρακάτω Πειραιώτες: Ο δήμος Πειραιά, δρχ. 50 - Αφεντούλης Θ., δρχ. 15 - Ζωγράφος Αθ., δρχ. 35 - Καψαμπέλης Γ., δρχ. 15 - Μελετόπουλος Ν., δρχ.15 - Μουτζόπουλος Δημ., δρχ. 30 - Μουτζόπουλος Τρύφ., δρχ. 15 - Παπαγεωργόπουλος Κ., δρχ. 15 - Ράλλης Λ., δρχ. 15 -Σέρμπος Στέφ., δρχ. 15.
                                       
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ο ΔΗΜΟΤΗΣ, φ. 14.447, 15 Ιαν. 2004, σ. 4
Περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ, τεύχος 7, Απρ. - Ιούν. 2004, σ. 5 - 6.                                            
Αντιγραφή εδώ, 3.5.2009.


Ανασκαφές για τα θέατρα του αρχαίου Πειραιά.


Θέατρο Ζέας 

Το 1880 ήταν η χρονιά ανακίνησης των δυο αρχαίων πειραϊκών θεάτρων. Κατά τα μέσα Απριλίου προχωρούσαν οι εργασίες προέκτασης κι εξομάλυνσης της οδού Πραξιτέλους προς τη Φιλελλήνων «κατά τον δυτικόν μυχόν του Πασιά λιμανίου (Ζέας) και ιδίως κατά την θέσιν  καλουμένην Φραγκόκλησια» ή Φραγκοκκλήσια.
Από καιρό φαινόντουσαν πεσμένοι πώρινοι σπόνδυλοι κιόνων, άλλες πέτρες αρχαίας οικοδομής «και θεμέλια σαφή διεκρίνοντο κόγχης εκκλησίας, πιθανώς βυζαντινής».
Το τοπωνύμιο παραπέμπει στην ύπαρξη μικρού, ανώνυμου ναού που η παράδοση τον ήθελε φράγκικο, δηλαδή καθολικό. Σήμερα έχει καταχωθεί από την οικοδομή του Αρχαιολογικού Μουσείου. Ο καθηγητής «του εν Πειραιεί γυμνασίου» Ιάκωβος Χ. Δραγάτσης (1853 - 1934) που παρακολουθούσε από κοντά τις εργασίες «των ρυμοτομούντων», διέγνωσε ότι άρχισαν να εμφανίζονται τα θεμέλια ενός θεάτρου.
Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρία ανέθεσε την επιστασία των ανασκαφών στον Δημήτριο Φίλιο
(1844 - 1907). Η έρευνα άρχισε στις 8 Μαΐου και τελείωσε στις 27 Ιουνίου.
Η αναφορά έχει ημερομηνία 15.10.1880.
Εμφανίστηκαν έτσι περίπου τα δύο τρίτα του κοίλου του θεάτρου, τμήματα της ορχήστρας και τα θεμέλια της σκηνής «το δε άλλο μέρος όχι, διότι συνέβη ενταύθα ό,τι  πάντοτε συμβαίνει εις τας αρχαιολογικάς  ημών επιχειρήσεις».
Τα έργα προχωρούν μόνο όταν μερικοί από τους ιδιοκτήτες των γηπέδων πάνω στα οποία βρίσκονται αρχαία κτίσματα είναι συγκαταβατικοί (επιεικείς). Όταν συμβαίνει να είναι κάποιος περισσότερο δύστροπος, εμποδίζονται για δεκαετίες και απαιτείται η αγορά των κτημάτων, πράξη που σκοντάφτει σε πολλά εμπόδια.

Το αρχαίο θέατρο της Ζέας 

Η Εταιρία έκανε τις κατάλληλες ενέργειες προς το Υπουργείο Παιδείας - αυτό ήταν αρμόδιο τότε για τις αρχαιότητες - και τον δήμο Πειραιά για να αποδεσμευτεί ο τόπος.
Πάντως είχε προλάβει να φτιαχτεί το σχέδιο του θεάτρου Ζέας εκτός από το μέρος που παρέμεινε «κεχωσμένο ένεκα της μη συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου».
Η Εταιρία έστρεψε για λόγο την προσοχή της προς το άλλο θέατρο, «του προς τη βορειοδυτική άκρα του λόφου Μουνυχίας, ου η θέσις από πολλού χρόνου εγνωρίζετο και ωμολογείτο».Το αναφέρει ο Θουκυδίδης στο βιβλίο VIII κεφ. 93, «οι δ’ εν τω Πειραιεί οπλίται…ες το προς τη Μουνιχία Διονυσιακόν Θέατρον ελθόντες και θέμενοι τα όπλα εξεκλησίασαν..» και ο Λυσίας «η εκκλησία (δηλαδή η συγκέντρωση) Μουνιχίασιν εν τω θεάτρω εγίγνετο».
Αλλά και εκεί αφού προχώρησαν κάμποσο οι εργασίες και φάνηκαν τα μέρη γύρω από την ορχήστρα και από το κοίλο, προκύψανε τα ίδια εμπόδια από τους ιδιώτες.
Ούτε τα σχέδιά του κατάφερε να κάνει «διότι ο θερμουργότερος ιδιοκτήτης του γηπέδου… προλαβών  κατεκάλυψε πάλιν πολύ μέρος του ανασκαφέντος χώρου».
Στα αντίστοιχα πρακτικά της Εταιρίας (Ιανουάριος 1880 - Ιανουάριος 1881) τονίζεται ο εύστοχος προσανατολισμός την θεάτρων: Το θέατρο Ζέας « έβλεπε προς χειμερινάς ανατολας (ΝΑ), της το Μουνυχίας αντιστρόφως έβλεπε προς θερινάς δυσμάς (ΒΔ)».
Την επόμενη χρονιά η ανακοίνωση ήταν απογοητευτική αφού «τα δύο θέατρα Πειραιώς μένουσιν όπως είχον».

Επειδή για αυτό που βρίσκεται προς τη Ζέα οι αρχές δεν έπραξαν ακόμη τίποτα για να απελευθερωθεί ο τόπος, για εκείνο κάτω από τη Μουνυχία έγινε πρόσφατα συμφωνία με τον ιδιοκτήτη της γης, για να εξαγοραστεί από το δημόσιο «εφ’ όσον φανή αναγκαίον», και εξεταστεί πρώτα με ανασκαφή λεπτομερέστερα.
«Αλλά την αρξαμένην προ δύο μηνών εργασίαν διέκοψεν ο εφετεινός πολύομβρος χειμών. Εδαπανήθησαν εις αυτήν δραχμαί 473,10».Τελικά σώθηκε μόνο το θέατρο Ζέας στο Πασαλιμάνι.
Το άλλο, στην πλαγιά του λόφου του Προφήτη Ηλία καταχώθηκε και εξαφανίστηκε.

Και υποβρύχιες (!) έρευνες υπό αντίξοες συνθήκες.
Η αρχαιολογική επιστήμη στον 19ο αιώνα έχει να αναφέρει ακόμα και υποβρύχιες έρευνες (!) στα στενά της Σαλαμίνας για τυχόν ευρήματα της περίφημης ναυμαχίας. Αν και η δαπάνη ανήλθε στο ποσόν των 1548,50 δραχμών, η απόπειρα απέτυχε παταγωδώς.

Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 16 Ιανουαρίου 1884.
Από τον ένα μήνα που είχαν υπολογίσει εργάστηκαν δώδεκα μόνο ημέρες και «τούτο ένεκα του χειμώνος». Υπεύθυνος ήταν ο έφορος Χρήστος Τούντας (1857 - 1934).
Στις 24.2.1884 υπογράφει την εισήγησή του με τις δυσκολίες που αντιμετώπισε το συνεργείο του. Όσες φορές δεν ήταν ταραγμένατα νερά, πάλι οι ακτίνες του ηλίου δεν έφταναν στο βυθό και έτσι δεν μπόρεσε να διακρίνει ο δύτης. Μπροστά από το Βασιλικό κτήμα βρέθηκαν δύο βάσεις απλών αμφορέων και σιδερένιο έλασμα, που όμως του φάνηκε νεότερο.

Επί δύο μέρες έκαναν προσπάθειες στον λιμένα Φωρών, στα Σφαγεία της Δραπετσώνας δηλαδή.
«Εύρωμεν δε ενταύθα σανίδα ενός περίπου μέτρου αρχαιοτάτην, ήτις κατά την εξαγωγήν εθραύσθη εις δύο. Φέρει πέντε ήλους τετραγώνους».
Κοντά της ανέσυραν ένα κομμάτι κοινού αμφορέα κι ένα μόνωτο αγγείο σχεδόν σώο ύψους 0,40 εκατοστών. Ο δύτης είπε ότι εκεί κοντά είδε και δύο σπόνδυλους κίονα, χωρίς να μπορεί να διαβεβαιώσει αν είχαν ραβδώσεις. Παρατήρησε και «μάρμαρον κυβικόν» με μήκος κάθε πλευράς 0,80 μ. σε βάθος 10-12 οργιών.
Σ’ όλη τη θαλάσσια έκταση του αμμώδη βυθού φάνηκαν πολλοί σπασμένοι αμφορείς (βάσεις και στόμια) αλλά και ξύλα κάποιας μικρής βάρκας, όχι αρχαίας..
Τα φύκια και η λάσπη εμπόδιζαν το δύτη να φτάσει χαμηλότερα «υπό τοιούτους όρους δεν ηδυνάμεθα να ελπίζωμεν ευρήματα», μόλις ο δύτης προσπαθούσε να μετακινήσει τον πηλό με τα χέρια του, κάτι που του ήταν πολύ εύκολο, «τα ύδατα αμέσως θολώνουν και μένει αυτός εν τω σκότει».
Έτσι τελείωσε άδοξα η εξόρμηση μεταξύ Σαλαμίνας και Αττικής αφού κι ο ιδιοκτήτης του καϊκιού αρνιόταν να βγαίνει με τέτοια κακοκαιρία στ’ ανοιχτά.


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ, τεύχος 7, Απρ. - Ιούν. 2004 σελ. 6 - 7.
Αντιγραφή εδώ, 4 Μαΐου 2009. [Για «Τα αρχαία θέατρα του Πειραιά», δες και την καταχώρηση στο blog μου του Σαββάτου 21 Σεπτεμβρίου 2013. Το κείμενο για τα θέατρα καθώς και αποσπάσματα του επόμενου άρθρου μου «Ευρήματα από τη Ζέα, το λόφο της Μουνιχίας και τον κεντρικό λιμένα στα τέλη του 19ου αιώνα» - ειδικά για τον Ιούνιο 1892 (Μέδουσα) και την αναφορά της 7ης Ιουνίου 1900 -  μετέφερε ο Βασίλης Κουτουζής στο blog του με θέμα «Συνοικίες του Πειραιά» στις 30/5/2011. Τον ευχαριστώ πολύ]


Αρθρογραφία για τον Πειραιά του Δημήτρη Κρασονικολάκη
Αντιπρόεδρος Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς - Πρόεδρος Ινστιτούτου Πειραϊκών Μελετών - Δημοσιογράφος, ερευνητής πειραϊκής ιστορίας.