Θεών... Δρώμενα

Ο Ομηρίδης…
Ούτε οι τύμβοι ούτε τα αρχαία ούτε τίποτε από την παλιά εποχή των Ελλήνων δεν θα είχε αξία εάν δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν και αυτόν .Ξέρετε γιατί ; …Είναι απλό ρωτήστε έναν Αιγύπτιο σήμερα εάν καμαρώνει για τα μεγαλουργήματα της Αιγύπτου στην αρχαιότητα…. Θα καταλάβετε….. Καμαρώνει γιατί εκεί κάποιοι έκαναν αυτά…. Αλλά όχι προγονοί του …Καμαρώνει γιατί έρχονται πολλοί τουρίστες και φέρνουν χρήματα…. Όχι γιατί θεωρεί ότι ο Ραμσής ήταν προγονός του .
Ένας ακόμα Έλληνας που τον έδιωξαν από την Πατρίδα αυτοί που περπατάνε μα ακριβά παπούτσια και ζει μακριά,σε άλλες ηπείρους , υπάρχει εκεί, μα η καρδιά του κτυπάει πάνω από την πατρίδα ,την Ελλάδα .διαβάστε μερικά από τα γραφούμενα του να καταλάβετε γιατί εμείς οι Έλληνες θεωρούμε τον Οδυσσέα προγονό μας .





Ο ΛΟΦΟΣΕΙΣΤΗΣ 

 Εκεί που πάει να σηκωθεί Ο Πλούτωνας για να αμυνθεί Ακόμα μια κλοτσιά Ο Απόλλωνας του ρίχνει και τόνε βρίσκει πάνω στα Χοντρά Τραχηλικά Τιτανικά τα Σβέρκα. Του πετάει δυό γρήγορες Γροθιές Πάνω στα πελώρια του μπράτσα. Τότες Ο Απόλλωνας Αρπάζει την ψυχή του Έκτορα Από του Πλούτωνα τα Στιβαρά τα Πεισματάρικα τα Χέρια.. Και το έβαλε στα
Πόδια. Σαν αστραπή πετάχτηκε, Ο Απόλλωνας στα Ύψη στα Ουράνια τότες ξανά , ανάψανε τα Άστρα και το Φεγγάρι.

Επήρενε την ρόδινη ΟΜΟΡΦΗ Μορφή Και Χάρη. Ο Απόλλωνας με την ψυχή Του Έκτορα στα χέρια, Ακόμα Στα Ύψη Ταξιδεύει!... Μόλις εφθάσανε, εκεί που κάθεται Η ΥΨΗΛΟΤΑΤΗ Η ΑΡΕΤΗ Του Δια η Μεγάλη η χάρη
Εκεί που παίρνει Η Ψυχή Την Μεταμόρφωση της Αθανασίας. εκεί που έχει τον θρόνο της η μεγαλειοτάτη  θέα Αρετούσα… ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΘΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΝΗΣΙΟΥ ΕΛΛΗΝΑ… ΕΚΕΙ ΠΟΥ Η ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΑ Ο Υ Ρ Α Ν Ι Α  Υ Ψ Η......ΕΚΕΙ Ο ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΠΑΡΑΔΩΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ..
Και μόλις άρχισε Η Ψυχή του Έκτορα Να αναπαύεται, Να μετατρέπεται Προς την Αθανασία. Τότες Αντανάκλασε Και του Ηλίου Η Μεγάλη Η Χάρη..

Βλέποντας O Ήλιος του Έκτορα το Σώμα έστειλε τρεις από τις Ακτίνες του να του σφουγγίσουνε το σώμα
Από το ξερό το αίμα και το χώμα Στέλνοντας Ο Ποσειδώνας την Αμφιτρίτη με της Νεράϊδες τα μαλακότερα σφουγγάρια .
Ήρθε και Η Ίριδα με το Ουράνιο Τόξο να στείλει μηνύματα στον Ήλιο. Έφερε η Ήβη τα Ιερά νερά της Στυγός . Και όλες οι Θεότητες αρχίσανε για να πλύνουνε του Έκτορα το σώμα.

Έστειλε Ο Ήλιος με την Ροδοδάχτυλη Ηώ και τον Εωσφόρο Μια Χρήση Καινούργια Πανοπλία, Σε Σκάλισμα και Ομορφιά Καλύτεροι από του Αχιλλέα. Όλοι μαζί τον ντύσανε, Μετά τον καθίσανε πάνω στης Χρυσόθρονης  Ηώς, το άρμα. Δίπλα κάθισε Η Ηώ τραβά τα χαλινά στα χέρια της Και με μια γλυκιά φωνή, Ενθαρρύνει τα Θεόπνευστα άλογα της, κι’ αρχίζουν ένα καλπασμό πάνω στα παιχνιδιάρικα Θαλάσσια νερά που ο Γλαύκος τα είχε Γαληνέψει.
Με το δεξί  χέρι η Ηώ κρατά τα χαλινάρια, Στα άλογα τις ευνοϊκά φωνάζει Στο αριστερό το χέρι αγκαλιά του Έκτορα το νεκρικό το σώμα. Μετά με ένα απότομο τράβηγμα στα χαλινάρια, Χτύπημα τα δερμάτινα λουριά, πάνω στης ράχες, με μια αερικιά φωνή.



Τα Άλογα με το Άρμα το Χρυσό Βρεθήκανε στου ουρανού τα Ύψη.. Ο Ήλιος από πίσω τους Χαμογελαστός καλπάζει. Ο Βροντής Ο Αιθίοπας Σταματούν την Θύελλα Ρουφήξανε τα σύννεφα και της βροντές Τώρα και τα τέσσερα άλογα του ‘Ήλιου Ξεθουρουνίαζουν λαμπρές φωτιές Με γέλια με χαρές, Στα ύψη του Ουράνιου Αιθέρα ανεβαίνουν Εκεί που Ο Απόλλωνας με τους Θεούς Τους περιμένουν.
Μόλις έφθασε Η Ηώ Στα Επουράνια Ύψη Το άρμα της φρενάρει Πρώτος Ο Απόλλωνας Άρχετε καί τήν χαιρετάει. Παράδωσε Η Ηώ Του Έκτορα το σώμα, Στου Απόλλωνα τα χέρια. Τότες  Ο Απόλλωνας Παίρνει μια Βαθιά Εισπνοή, Με ένα Φύσηγμα Μες στου Έκτορα της Μυκτήρες Του έδωσε πίσω την Ψυχή.
 Ο ΔΙΑΣ ‘Εφόρεσε στο Έκτορα χρυσό στεφάνη. Η Ηώ παρακάλεσε τον παντοδύναμο. ΤΟΝ ΔΙΑ Χωρίς ετούτη την φορά να κανί λάθη!.... Να χαρίσει Του Έκτορα, Αιώνια ζωή, Νιάτα Αγέραστα , Μελωδική φωνή, Καρδιά μεγάλη, Με Ερωτά με Πάθος Και μ΄ Αγάπη. Ο Δίας τις απάντησε Ωραία Ροδοδάχτυλη ... Ας γένει το θέλημα σου.
Η Όμορφη Η Ηώ Του απάντησε Δια Παντοδύναμε Θέλω ακόμα μια Χάρη. Θέλω τον Έκτορα παντοτινά για Ταίρι. ‘Ο Ήλιος σαν το άκουσε Τους πέταξε απ’το διάστημα Διό Χρυσόδιαμάντινα στεφάνια. Ο Ερμής τα άρπαξε στα χέρια Και τα έφερε του Δία.. Κατά μιας οι δώδεκα ΘΕΟΙ Στον Όλυμπο επάνω ευρέθηκαν.
Ο παντοδύναμος Ο Ολύμπιος Ο Μέγας Δέσποτας Διάταξε Της Μούσες Και της Χάριτες Τραπέζια χαράς να στήσουν Και όλους τους Θεούς Θεές Και οι Ημιθέους Να τους καλέσουν. Ο Κοσμοσείστης έσβησε τα Ηφαίστεια Ηρέμησε η Γαία εγαλήνεψε η θάλασσα Και όλος ο Ωκεανός ....

Επήρε και Κουτσός Θεός dayof. Ανέβηκε ’Ο Ποσειδώνας Με τ’ασκέρι τού Με όλα τα Θαλασσινά Τα Πλούσια Τα Δώρα του. Μαζεύτηκαν όλες οι Θεότητες Ήτανε τόσες πολλές .. Ο Ερμής για μια στιγμή Τα σάστισε λιγάκι, Άθελε να σιγουρευτεί Εάν τους είχε όλου αυτούς καλέσει. Ο Ερμής ‘Εμίλησε του Ηρακλή Του είπε σιγά στ’αφτί … Όσοι ήρθανε για Ταραχή Αυτούς όλους Να τους δίωξης.. Προπαντός Τον Άρη και τον Πλούτωνα, Να μην τους επιτρέψεις.. , Αυτή είναι διαταγή Από Τον Υψηλοτάτον Δια. ‘Εάν σου φέρουν αντιρρήσεις Εσύ να τους εξηγήσεις … Σήμερα Είναι Μέρα Χαράς ‘Όχι έριδας, μα ούτε θλίψης!.... Μόλις εσυγκεντρώθηκαν Όλες οι Ιερότατες Θεότητες Το ρίξανε στο γλέντι και χαρές, Έφερε και ο Διόνυσος γλυκό κρασί. Πρώτος Νέκταρ, Ο Γανυμήδης εκέρασε Όλους τους καλεσμένους Εσήκωσαν όλοι τα χρυσοκρυστάλλινα Ποτήρια να χαιρετήσουνε τον Έκτορα.
Το ποτήρι σήκωσε ψιλά ο Έκτορας Πρώτος Ο Δίας το έβαλε στα Χείλη Και ύστερα όλοι οι άλλοι.... Δίπλα από στον Έκτορα κάθισε Η Θεά Μνημοσύνη, Μόλις Ο Έκτορας ήπιε διό γουλιές κρασί , Μετά το έβγαλε από το στόμα, Τον πείρε το παράπονο και ένα μεγάλο κλάμα.



Η Θεά Μνημοσύνη του σκούπισε τα μάτια. Η Τροία, Ο Σκάμανδρος , Η Ανδρομάχη, Του έρχονται στη σκέψη Από τον καημό του πάει να σκάσει. Τότες πλάκωσε μια σιωπή , Μέσα στο Ιερό Παλάτι, Όλες ει Θεότητες ήρθανε σε σκέψη, Μελαγχόλησε Η Ηώ και ελυπήθη , Ήρθαν κοντά του Ο Ήφαιστος με την Αφροδίτη. Ο κουτσός ο Γίγαντας κόντεψε να κλάψει, Η Αφροδίτη με το Μαγικό της χέρι Τα μαλλιά του Έκτορα απαλά τα χαϊδεύει .

Από το αριστερό της χέρι Την Ηώ τραβά να έρθει πιο κοντά της, Η Αφροδίτη στης Ηώς στ’ αφτί της ψιθυρίζει Γυναικεία μυστικά που κανείς δεν τα γνωρίζει. Έφερε Ο Τραγοπόδαρος γλυκό κρασί Της λησμονιάς τις κούπες τους γεμίζει Ο Κουτσός Ο Μάστορας της Αστραπής Τον Έκτορα ενθαρρύνει Του υπόσχεται όλα Θα παν καλά, ‘Ήσυχος να μείνει, Στους Θεούς να αφήσει την ευθύνη.

Του είπε Ο Διόνυσος λίγα αστεία Ξανά γεμίζοντας του Έκτορα την κούπα. Ήρθε το γέλιο πάλη Στού Έκτορα τα χείλη. Η Ηώ εχάρηκε και φίλησε την Αφροδίτη. Ήρθανε οι Χάριτες, η χαρά να επικρατήσει. Ήρθεν Η Ήβη με τον Ηρακλή Να καταδιώξουνε την λίπη Από του Έκτορα τα στήθη... Όλοι ΟΙ Θεοί αστεία κάνουνε του Ηρακλή ,σηκώνει το ρόπαλο ο Ηρακλής πάνω απ’την κεφαλή.
Οι Μούσες, οι Θεές τα μπράτσα του Ηρακλή Καμαρωτά τα σφίγγουν, τα θαυμάζουν. Έβλεπαν του Ήφαιστου Τα στιβαρά τα μπράτσα, Ήρθενε η Άρτεμις να παρακινήσει, Τον Ήφαιστο, Τον Ηρακλή, Στα αστεία να παλέψουν ‘Όλοι να πιουν κρασί Τις πικρές να ξεχάσουν, ‘Όποιος βγει ο νικητής ‘Όλοι θα τον χειροκροτήσουν. Η Ήβη τραβά τον Ηρακλή Να παν να φύγουν.. Η Αφροδίτη τον Ήφαιστο τον προωθεί Θέλει στους Θεούς να κάτι να επιδείξει, Μα Ο Ήφαιστος δεν την ακούει δεν το κουνάει


Δεν έχει όρεξη τον Ηρακλή για να ντροπιάσει. Έρχεται και ο Διόνυσος με ένα ασκί Κόκκινο γλυκό κρασί, Δυό χρυσές κανάτες ξέχειλα της γεμίζει Δίνει μια στον Ήφαιστο και μια στο Ηρακλή Βάζει ο Διόνυσος το καλάμη από το ασκί Στο στόμα κι’αρχινά να πίνει Διατάζει μουσική και αρχίζει να χορεύει, Τραγουδούσε, σήμερα είναι γιορτή ‘Όχι αθλητικές επιδείξεις.


 Έλα Ηώ και τραβά τον χορό ‘Εσύ Αφροδίτη με τον πειρασμό, Δώσε του Έκτορα χρυσό μεταξωτό μαντίλι Πρώτος να σύρει τον χορό και να χορέψει Να τον καμαρώσουν όλοι οι καλεσμένοι Να καμαρώσουνε της Τροίας τον Λοφοσείστη Το πρωτοπαλίκαρο του Ηλιολούστη. Του Ήλιου, του Απόλλωνα, Την ξεχωριστή, Αγάπη... Χαίρεται του Απόλλωνα  η ψυχή Ο Ήλιος έχυσε Χρύσα δάκρια χαράς και βάλσαμο μέσα στου Έκτορα την κούπα!....

 Στον Ορφέα … Στον Απόλλωνα Πρόσφερε Η Αθηνά Λύρες χρυσές Με διαμαντένιες χορδές Δοξαριά ζαφειρένια, Με τρίχα κάτασπρη Σαν χιόνι, Από του Πήγασου Την Ουρά βγαλμένη!.... Οι Θεοί Αρχίσανε της δοξαριές Τα Άστρα αναβοσβήνουν, Ο Όλυμπος ερεθίσθηκε Και κάνει λυγερές κινήσεις Οι Λόφοι τα Βουνά τριγύρω Κάνουν Υποκύψεις !... Αιώνια του Έκτορα Η μνημοσύνη.... Ακέραια η Ελληνική Η Φήμη!... Μόνο Ο Δέσποτας Ο Δίας, Ο Χρυσόξανθος Θεός Ο Απόλλωνας . Μπορούν να κάνουν τέτοιες Λειτουργίες!!!


ΕΠΙΘΕΜΑ

 Εάν δεν είχαμε την Αρχαία ‘Ελληνική Ιστορία και Θρησκεία Θα είμεθα Οι πιο απογοητευμένοι Και μηδενικοί άνθρωποι, Πάνω στον Πλανήτη!.... Για να αγαπήσεις και να εκτιμήσεις Τον Ελληνικό πολιτισμό, Πρέπει να τόνε μελετήσεις. Και όταν μελετήσεις Τους πολιτισμούς και έθιμα Τον άλλων φύλων, ’Άλλων Εθνών,  Τότες θα δώσεις μια μεγαλειότατη αξία και μεγαλοπρέπεια, Στους Έλληνες Προπάτορες. Που φθάνουνε στο υψηλότατο σημείο Της αρετής και ακόμα παραπέρα. ΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΟΤΗΤΑ Δεν υπάρχει άλλη, Επάνω στον πλανήτη. Τέτοια Υπέρτελειότητα Δεν υπάρχει Ούτε σε όλο το Συμπά!... Οι Θεοί μας, Δεν εποιήσανε εμάς. Εμείς εποιήσαμε τους Θεούς Μας, Κατά ‘Εικόνα και ομοίωση ημών, Με Ελληνικότατες Μορφές !.. Η δική μας Θρησκεία Είναι η ποιο ‘Αληθινή Η Ποιό ‘Ειλικρινής Επάνω Στον Πλανήτη!.. Μελέτησε θρησκείες άλλων εθνών, Μετά θα βγάλεις το ίδιο συμπέρασμα!.. Μέσα σου Είναι Ο Θεός, Το Καλό Μέσα σου Είναι Ο Διάβολος, το Κακό, Ποίος από τους δυό θα σε Διοικήσει; Ο διάβολος δεν σε σπρώχνει προς την Καταστροφή, Σε έλκει!.. Ο Θεός σε Δαμάζει προς την Προόδον!.., Φίλαγε και προστάτευε τον εαυτό σου Και όλοι οι Θεοί είναι σύμφωνοι, Θα έχεις και την βοήθεια τους Και την υποστηρίξει τους!.. Η δικοί μας οι Θεοί ‘Αντιπροσωπεύουν Τις Υπερδυνάμεις Τις Φύσεως και του Σύμπαντος!... Σκέψου, ‘Εάν οι Έλληνες ‘Έχουν Της Δύναμης να Κατασκευάζουν Θεούς, Τι θα μπορέσουν να κατασκευάσουν, Εάν ‘Αποζυγοθούν, τον ‘Εγωισμό, Ζήλια, Ατομισμό, Φιλαργυρία, Λαιμαργία, Συμφεροντολογία, Διχόνοια !..

Πάντα πρώτα, πρώτα τα συμφέροντα τις Μάνας Τις Αγράυλου τα Ιερά και τα Όσια, Και ύστερα τα Δικά μας!.. Μόνο τότες θα μπορέσουμε να πάρωμε πίσω Την ‘Αρχαία μας Δόξα!.. ΟΜΟΝΟΙΑ, ΟΜΟΝΟΙΑ, ΟΜΟΝΟΙΑ!... Τα Υπόλοιπα, Είναι Λόγια του Αέρα!. Καταυτόν τον τρόπο οι εβραίοι πήρανε Πίσω το κράτος τους. Που για τρείς χιλιάδες χρόνια τώρα Τους βαράνε, θεοί και διάβολοι!.

Written by Σταύρος Σιταράς Ομηρίδης

Copyright 12122002-5191948



Ραψωδία Ζ, 369-529
Μετάφραση Θεόδωρου Γ. Μαυρόπουλου

Ο λοφοσείστης Έκτορας έφυγε έτσι μιλώντας·
370 στο καλόχτιστο σπίτι του πήγε γοργά εκείνος, μα τη λευκοχέρα εκεί δε βρήκε Ανδρομάχη·
με ωριόπεπλη βάγια της και το μικρό παιδί της
πάνω στον πύργο έμενε κλαίγοντας και βογγώντας. Μόλις δε βρήκε ο Έκτορας την άψογη γυναίκα,
375 κει στο κατώφλι στάθηκε και ρώτησε τις δούλες:
«Ελάτε, σεις οι δούλες μου, πέστε μου την αλήθεια·
από το σπίτι και για πού πήγε η Ανδρομάχη;
Σε κάποια συννυφάδα της ή σε κουνιάδα πήγε ή στο ναό της Αθηνάς, την τρανή θεά όπου
380 και άλλες ωριοπλέξουδες γυναίκες ικετεύουν;»
Η πρόθυμη κελάρισσα του μίλησε και είπε:
«Έκτορα, αφού με πρόσταξες να πω όλη την αλήθεια, ούτε σε συννυφάδα της ή σε κουνιάδα πήγε
ή στο ναό της Αθηνάς, την τρανή θεά όπου
385 και άλλες ωριοπλέξουδες γυναίκες ικετεύουν· στης Τροίας τον καστρόπυργο πήγε, σαν είχε ακούσει τους Τρώες να παιδεύονται, να νικούν οι Αργείοι. Έφτασε εκείνη βιαστικά σαν μια τρελή στο τείχος
κι η βάγια καταπίσω της το γιο σας κουβαλάει.»
390 Έτσι είπε η κελάρισσα· κι αυτός γοργά απ' το σπίτι
τον ίδιο δρόμο τράβηξε στις καλόχτιστες στράτες. Μέσα απ' την πόλη βγαίνοντας σαν έφτασε στις πύλες τις Σκαιές, απ' όπου ήταν πια να βγει στην πεδιάδα, εκεί μπροστά του τρέχοντας ήρθε η Ανδρομάχη,
395 του αντρείου Ηετίωνα η ακριβή η κόρη, που ήταν Κιλίκων ρήγας στη δασωμένη Πλάκο στην υποπλάκια Θήβα και είχε τότε δώσει
στον Έκτορα το δυνατό την κόρη του γυναίκα.
Στάθηκε αντίκρυ του λοιπόν κι η βάγια από κοντά της
400 τ' αθώο μωρό παιδί τους στην αγκαλιά κρατώντας, του Έκτορα ακριβό γιο, τον όμοιο μ' αστέρι·
Σκαμάντριο ο Έκτορας, Αστυάνακτα οι άλλοι τον έλεγαν, γιατί έσωζε ο Έκτορας την Τροία. Σιωπηλά αχνογέλασε βλέποντας το παιδί του·
405 η Ανδρομάχη στάθηκε κοντά του δακρυσμένη,
το χέρι του του έσφιξε, του μίλησε και είπε:
«Η ορμή σου το θάνατο, άμοιρε, θα σου φέρει· το μωρό σου δε συμπονάς, την άμοιρη εμένα, που χήρα γοργά θα μείνω· όλοι γοργά ορμώντας
410 πάνω σου θα σε σκοτώσουν αν στερηθώ εσένα, ν' ανοίξει η γη και να χωθώ καλύτερα για μένα.
Δε θα έχω άλλη ζεστασιά, αν τώρα συ πεθάνεις,
μα βάσανα· και δε μου ζουν πατέρας και μητέρα. Σκότωσε τον πατέρα μου ο άξιος Αχιλλέας
ή στο ναό της Αθηνάς, την τρανή θεά όπου
415 και την καλόχτιστη πόλη κούρσεψε των Κιλίκων,
τη Θήβα την ψηλόπορτη· δεν έγδυσε εκείνον ωστόσο, σαν τον σκότωσε, σεβάστηκε η ψυχή του· με τα λαμπρά τα όπλα του του έκαψε το σώμα, τάφο σ' εκείνον έστησε· φτελιές φύτεψαν γύρω
420 νύμφες των βουνών, οι κόρες του ασπιδοφόρου Δία. Εφτά στο σπίτι αδερφούς είχα· την ίδια μέρα
όλοι στον Άδη τράβηξαν ο άξιος Αχιλλέας
ο γρήγορος τους σκότωσε όλους, καθώς βοσκούσαν τα βόδια τα στριφτόποδα και τ' άσπρα πρόβατα μας.
425 Τη μάνα που βασίλευε στη δασωμένη Πλάκο, αφού την έφερε εδώ με τ' άλλα λάφυρά του,
τη λευτέρωσε παίρνοντας λύτρα πολλά για εκείνη, μα η τοξεύτρα Άρτεμη τη σκότωσε στο σπίτι.
Για μένα είσαι, Έκτορα, και μάνα και πατέρας


430 και αδερφός και δυνατός της κλίνης σύντροφός μου. Έλα τώρα, σπλαχνίσου μας και μείνε εδώ στον πύργο,
το γιο μην κάνεις ορφανό και χήρα τη γυναίκα. Δίπλα στην άγρια συκιά το στρατό στήσε, όπου
η πόλη ευκολοπαίρνεται, το τείχος της πατιέται.
435 Τρεις φορές οι καλύτεροι δοκίμασαν ν' ανέβουν, όσοι ήταν με τους Αίαντες, τον άξιο Ιδομενέα,
κι όσοι ήταν με τους Ατρείδες, το δυνατό Διομήδη·
ή κάποιος τους συμβούλεψε που από μαντείες ξέρει ή και η ίδια τους ψυχή αυτούς κινεί και σπρώχνει.»
440 Ο λοφοσείστης Έκτορας της μίλησε έτσι τότε:
«Για όλα τούτα νοιάζομαι, γυναίκα, μα τους Τρώες, τις μακρόπεπλες ντρέπομαι της χώρας μας γυναίκες μακριά από τον πόλεμο σαν το δειλό να φύγω·
και δεν το θέλει η καρδιά, γιατί έμαθα να είμαι
445 αντρείος και να πολεμώ ανάμεσα στους πρώτους τη φήμη του πατέρα μου κρατώντας, τη δική μου.
Μες στην ψυχή και μες στο νου αυτό το καλοξέρω:
Θα έρθει η μοίρα να χαθεί η ιερή μας Τροία κι ο Πρίαμος ο δυνατός και όλος ο λαός του.
450 Κι όμως τόσο δε νοιάζομαι για τον καημό των Τρώων, για της Εκάβης τον καημό, του Πρίαμου του ρήγα,
ούτε των αδερφών μου καν, που και πολλοί κι αντρείοι από τα χέρια των εχθρών θα κυλιστούν στη σκόνη,
όσο για σένα, σαν κάποιος χαλκοαρματωμένος
455 σκλαβώνοντάς σε πίσω του σε σέρνει δακρυσμένη· στο Άργος όντας σ' αργαλειό μιας ξένης θα υφαίνεις, άθελα απ' την Υπέρεια ή απ' τη Μεσσηίδα
νερό θα φέρνεις, δυνατή θα σε βαραίνει ανάγκη·
και θα πει κάποιος βλέποντας να χύνεις μαύρο δάκρυ:
460 Του Έκτορα η γυναίκα να, στον πόλεμο της Τροίας που ήταν στη μάχη πρώτος ανάμεσα στους Τρώες.
Έτσι θα πει· και μέσα σου θα ξανανάψει ο πόνος,
που θα σου λείπει ο άντρας σου να διώξει τη σκλαβιά σου. Μα ας πεθάνω, να μη ζω, η γη να με σκεπάσει,
465 το σύρσιμό σου κι οι φωνές πριν στα αυτιά μου φτάσουν!»
Είπε κι αμέσως άνοιξε τα χέρια στο παιδί του·
στης βάγιας της καλόζωστης τον κόρφο εκείνο όμως ξανάγειρε με κλάματα· τρόμαξε απ' του πατέρα,
τα χάλκινα τα όπλα του, την αλογίσια φούντα,
470 σαν είδε πως του σάλευε κατάκορφα στο κράνος. Με την καρδιά τους γέλασαν πατέρας και μητέρα· τότε ο λαμπρός ο Έκτορας έβγαλε απ' το κεφάλι
το κράνος και ολόλαμπρο το άφησε στο χώμα.
Το γιο του πήρε, φίλησε, τον έπαιξε στα χέρια
475 κι έτσι τότε στους θεούς, στο Δία προσευχόταν.
«Δία κι οι υπόλοιποι θεοί, δώστε να γίνει ο γιος μου,
όπως κι εγώ, ξεχωριστός ανάμεσα στους Τρώες, άντρας τρανός και δυνατά στην Τροία ν' αρχηγέψει· και κάποτε κάποιος να πει: Πιο καλός είναι τούτος
480 απ' το γονιό του-, σαν τον δει να γυρνά απ' τη μάχη
με κούρσα σκοτωμένου εχθρού, και να χαρεί η μάνα.» Έδωσε στη γυναίκα του έπειτα το παιδί τους·
στο μυρωδάτο κόρφο της το δέχτηκε εκείνη δακρυογελώντας· πόνεσε, καθώς την είδε εκείνος,
485 με το χέρι τη χάιδεψε, της μίλησε και είπε:
«Άμοιρη, μην πικραίνεσαι μες στην ψυχή σου τόσο· κανείς, πέρα απ' τη μοίρα μου, στον Άδη δεν με στέλνει· μα λέω πως τη μοίρα του κανείς μας δεν ξεφεύγει,
ούτε καλός ούτε κακός, σαν γεννηθεί στον κόσμο.
490 Πάνε τώρα στο σπίτι μας, κοίταξε τις δουλειές σου, τη ρόκα και τον αργαλειό, και πρόσταζε τις βάγιες
να ασχολούνται με δουλειές· ο πόλεμος για όλους τους Τρώες θα είναι έγνοια και πιο πολύ για μένα.» Μίλησε έτσι ο Έκτορας και φόρεσε το κράνος


495 τ' αλογουρίσιο· κι εκείνη τραβούσε για το σπίτι όλο γυρνώντας πίσω της με δάκρυα γεμάτη.
Στου αντροφονιά του Έκτορα γοργόφτασε το σπίτι και βρήκε κει τις βάγιες της, που ήταν μαζεμένες, και μ' όλες τους ξεσήκωσε θρηνητικό τραγούδι.
500 Έκλαιγαν ζωντανό αυτές τον Έκτορα στο σπίτι·
από τον πόλεμο να 'ρθει ελπίδα πια δεν είχαν
ξεφεύγοντας των Αχαιών τη δύναμη, τα χέρια. Δεν καθυστέρησε πολύ στο σπίτι του κι ο Πάρης· σαν ζώστηκε τα ξακουστά πολύχαλκα άρματά του,
505 την πόλη πέρασε γοργά με γρήγορα ποδάρια.
Όπως του στάβλου άλογο που χόρτασε στη φάτνη σπώντας δεσμά και τρέχοντας βγαίνει στην πεδιάδα, γιατί του αρέσει να λουστεί σε ποταμό καθάριο, καμαρωτό, την κεφαλή ψηλά κρατεί κι οι χαίτες
510 στους ώμους του ανεμίζονται κι αυτό γεμάτο αντρεία γοργά φέρνουν τα γόνατα στις γνώριμες βοσκές του,
έτσι του Πρίαμου ο γιος απ' τα Πέργαμα βγήκε


σαν ήλιος μέσα στ' άρματα λαμποκοπώντας όλος χαρούμενος· και γρήγορα τον πήγαιναν τα πόδια.
515 Τον αδερφό του Έκτορα συνάντησε, σαν ήταν
να στρέψει απ' όπου λίγο πριν στο ταίρι του μιλούσε.
Πρώτος σ' εκείνον μίλησε ο θεόμορφος Πάρης:
«Καλέ μου, μήπως σ' άργησα στην τόση σου βιασύνη, δεν έφτασα στην ώρα μου, καθώς έχεις προστάξει;»
520 Ο λοφοσείστης Έκτορας γύρισε και του είπε:
«Άμοιρε, άνθρωπος σωστός το έργο σου στη μάχη να ψέξει είναι αδύνατο, γιατί αντρείος είσαι·
όμως δειλιάζεις θέλοντας, δε νοιάζεσαι καθόλου·
και νιώθω λύπη στην ψυχή, όταν ακούω Τρώες,
525 που πολεμούν για χάρη σου, πολλά να σου ξεσέρνουν. Μα ας πάμε τώρα· άλλοτε τα φτιάχνουμε εκείνα,
αν δώσει ο Δίας κάποτε ελεύθερο κροντήρι
στους αιώνιους ουράνιους να στήσουμε στο σπίτι
τους οπλισμένους Αχαιούς διώχνοντας απ' την Τροία.»




στ. 373 πύργος: ο καστρόπυργος των Σκαιών πυλών. Από αυτόν τον πύργο, ακριβώς πάνω από την πύλη, πολλές φορές οι γυναίκες και οι γέροντες παρακολουθούσαν τις μάχες ρβ. Γ 141 κ.εξ. και σχόλ. στ. Γ 145). Η αιτία της απουσίας και η περιγραφή της κατάστασης της Ανδρομάχης τονίζουν τον αντίκτυπο της κρίσιμης κατάστασης του πεδίου της μάχης στον άμαχο πληθυσμό μέσα στην πόλη.
στ. 378 συννυφάδα: έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους οι γυναίκες των οποίων οι σύζυγοι είναι αδέλφια· η σύζυγος του κουνιάδου.
στ. 381 κελάρισσα: η γυναίκα που είχε την ευθύνη για τη φύλαξη και τη διάθεση των υλικών αγαθών (τρόφιμα, ποτά κτλ.) του σπιτιού. Η οικονόμα ανήκε στην τάξη των δούλων, αλλά ήταν η πιο έμπιστη και είχε το δικαίωμα να επιβλέπει τις άλλες δούλες.
στ. 396 Αετίωνας ή Ηετίωνας: βλ. Α 365-368 και σχόλ. στ. Α 367.
στ. 402-403 Σκαμάνδριος ήταν το όνομα που ο Έκτορας και η Ανδρομάχη είχαν δώσει στο γιο τους, συνδέοντάς τον έτσι με τον ποταμό Σκάμανδρο, που έκανε εύφορη την τρωική πεδιάδα και λατρευόταν ως θεός-προστάτης της πόλης ρβ. Ε 77). Οι Τρώες όμως, όπως σχολιάζει ο ίδιος ο ποιητής, για να τιμήσουν τον πιο γενναίο πρόμαχο της πόλης τους, φώναζαν το γιο του «Ἀστυάνακτα» (< «ναξ το στεως» = βασιλιάς
της πόλης).
στ. 404-406 Η τρυφερότητα αποδίδεται απλά, αλλά και με μοναδική γλαφυρότητα. Τα δάκρυα της
Ανδρομάχης υπογραμμίζουν την οικειότητα της σκηνής.
στ. 416 ψηλόπορτη: αυτός που έχει υψηλές πύλες.
στ. 417 δεν τον έγδυσε: δεν του αφαίρεσε τα όπλα του, πράγμα που θα ταπείνωνε το γέροντα βασιλιά. Ο σεβασμός του Αχιλλέα προς τον Ηετίωνα αποτελεί έντονη αντίθεση και ειρωνεία με την κακοποίηση του πτώματος του Έκτορα από τον ίδιο ήρωα στη ραψωδία Χ.
στ. 419-420 νύμφες: οι νύμφες που κατοικούσαν στα βουνά. Η παρουσία των νυμφών στο πένθος υπογραμμίζει την αξία του Ηετίωνα. Στην κηδεία ποιου σπουδαίου ήρωα, που περιγράφεται στην Οδύσσεια, ήταν παρούσες και θρηνούσαν οι θαλάσσιες νύμφες, οι Νηρηίδες;
στ. 433-434 άγρια συκιά: τοποθεσία του τείχους της Τροίας, που είχε πάρει αυτό το όνομα είτε γιατί βρισκόταν κοντά σε τόπο κατάφυτο από συκιές είτε γιατί υπήρχε εκεί μόνο ένα τέτοιο δένδρο· πρβ. και σήμερα παρόμοιες ονοματοθεσίες, όπως Πλάτανος, Αγράμπελη, Καστανιές κ.ά.
στ. 434 η πόλη ευκολοπαίρνεται, το τείχος της πατιέται: σύμφωνα με μια παράδοση, τα τείχη της Τροίας τα έχτισαν ο Ποσειδώνας και ο Απόλλωνας, όταν κάποτε ο Δίας για να τους τιμωρήσει τους είχε στείλει να υπηρετήσουν το βασιλιά Λαομέδοντα, πατέρα του Πρίαμου (βλ. Η 452 κ.εξ. και Φ 441 κ.εξ.). Το τμήμα του τείχους όμως στη θέση αγριοσυκιά ήταν ευάλωτο, γιατί το είχε κατασκευάσει ο θνητός Αιακός.
στ. 436 οι Αίαντες: ο μεγάλος Αίας, γιος του Τελαμώνα, αρχηγός των Σαλαμινίων (βλ. σχόλ. Α 146), και ο Αίας
ο μικρός, γιος του Οϊλέα, αρχηγός των Λοκρών.
στ. 441 νοιάζομαι: (στο πρωτότυπο αἰδέομαι) τη συμπεριφορά του Έκτορα τη ρυθμίζει η αἰδώς, δηλαδή ο
«φόβος της ατίμωσης», που είναι το πλέον διαδεδομένο ηθικό συναίσθημα στην ομηρική κοινωνία.
στ. 446 τη φήμη του πατέρα μου κρατώντας: καθήκον του γιου ήταν να διαφυλάξει την πατρική δόξα, να την αυξήσει και να την κληροδοτήσει στους δικούς του γιους.


στ. 448 ιερή: το επίθετο χαρακτηρίζει πράγματα που ανήκουν ή είναι αφιερωμένα στους θεούς. Κάθε πόλη εξάλλου, σύμφωνα με την παράδοση, είχε κτιστεί από κάποιον ήρωα, απόγονο θεού, και ήταν αφιερωμένη σ' ένα θεό, που την προστάτευε.
στ. 456 σ' αργαλειό μιας ξένης θα υφαίνεις: με περιεχόμενο και δηλώνουν τον υποβιβασμό της βασίλισσας σε δούλη· αντίθετα, το ρήμα υφαίνω δεν έχει αρνητική χροιά, γιατί και οι ελεύθερες ύφαιναν, όπως είδαμε στο Γ 125-128.
στ. 457 Υπέρεια, Μεσσηίδα: πηγές που βρίσκονταν στην Ελλάδα. Η πρώτη βρισκόταν στη Θεσσαλία, ενώ η δεύτερη μάλλον στη Λακωνία. Αναφέροντας τρία απομακρυσμένα μεταξύ τους σημεία (Άργος, Υπέρεια, Μεσσηίδα) περιλαμβάνει όλη την Ελλάδα.
στ. 484 δακρυογελώντας: η μετοχή ακρυόεν γελάσασα) αποδίδει τα ανάμεικτα αισθήματα της
Ανδρομάχης ρβ. χαρμολύπη, κλαυσίγελος κτλ.).
στ. 489 μοίρα: το μερίδιο ζωής που δόθηκε στον κάθε θνητό, η μέρα που «του είναι γραφτό του» να πεθάνει.
στ. 491 ρόκα: εργαλείο που χρησιμοποιούν ως σήμερα οι γυναίκες, για να γνέσουν το μαλλί ή το βαμβάκι και να το κάνουν νήμα. Είναι φτιαγμένο από μία ράβδο που καταλήγει στο επάνω μέρος σε σχήμα Ψ ή Φ, όπου στηρίζουν μια τούφα μαλλί και τραβώντας λίγο λίγο το στρίβουν και το κάνουν κλωστή.
αργαλειός: ξύλινη ή μηχανική κατασκευή που χρησιμοποιείται για την ύφανση.
στ. 502 Ο πρόωρος θρήνος (στ. 500) είναι προφητικός και δυσοίωνος. Και τον Αχιλλέα τον κλαίνε, ενώ είναι ακόμα ζωντανός (Σ 70-72, πρβ. Α 415 κ.εξ.).
στ. 512 Πέργαμος (ή Πέργαμα): η ακρόπολη της Τροίας.
στ. 521 ψέγω: ασκώ αρνητική κριτική, μέμφομαι, κατηγορώ.

στ. 527 κροντήρι = κρατήρας: μεγάλο αγγείο, όπου μέσα ανακάτευαν το κρασί με νερό, γιατί οι αρχαίοι έπιναν το κρασί νερωμένο. Διακρίνετε κάποια δόση ειρωνείας στους τελευταίους στίχους;